Σκουλήκια είναι οι λέξεις μα η χαρά είναι φωνή/άλλος τραβάει για κάτω κι άλλος προς τα πάνω/τα στήθη θα παραμείνουν στήθη και οι μηροί μηροί/τα έργα δεν μπορούν να ονειρευτούν τι μπορούν τα όνειρα να κάνουν/- ο χρόνος είναι δέντρο ( ένα φύλλο αυτή η ζωή )/μα η αγάπη είναι ουρανός κι εγώ είμαι για σένα/για διάστημα μακρύ και ακριβώς τόσο πολύ.
E.E. Cummings, Καθώς η ελευθερία [Απόδοση Γ. Λειβαδάς]


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα My favourite poems. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα My favourite poems. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

φταίξιμο

 

         


              πλέον περνώ συχνά τη θεωρία του χάους γι’ ατυχία


– δε φταίει ο άλλος που εσύ έχεις κακό εαυτό
είναι μια ωραία αντίδραση στο
μου βγάζει τον κακό μου εαυτό
και μια πεταλούδα φέρνει βροχή στην πόλη

βέβαια
για χάρη ενός ποιήματος βρέχει απόψε
για τον κακό σου τον καιρό
για τον κακό σου εαυτό
για την αναπνοή που δυσκολεύεσαι να πάρεις
μετά το σούπερ μάρκετ
το χασάπη
μετά που σ’ ερωτεύτηκε
-εξόν τις Τρίτες που ‘παιρνε ρεπό-

για χάρη ενός ποιήματος απόψε
σε θυμάμαι

– και για χάρη ενός άλλου σίγουρα θα σε ξεχάσω·


Δημήτρης Αθηνάκης, φτηνό κρεβάτι

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

μαλακτικό και μέριτο, του Δημήτρη Αθηνάκη

̶  τα ισόγεια της Αθήνας

όχι όλα

ας πούμε αυτά της οδού Αγίου Στυλιανού

στου Γκύζη

μυρίζουν μαλακτικό

και μέριτο

– για τους γιακάδες και τις τσακίσεις-

και πού και πού πετάγεται

η φωνή της Τατιάνας Στεφανίδου

ή εμβατήρια του Κόκκινου Στρατού

-ένας θεός ξέρει γιατί τ’ αναγνωρίζω-


ρούχα απλωμένα μες στο σπίτι

κοντά στο παράθυρο να μην σαπίσουν

εντελώς

μέχρι και η σιδερώστρα δίπλα στο παράθυρο

να μη στάζει ο ιδρώτας στο λαιμό

-η Λίνα τα ‘χει πει αυτά-

και πού και πού ανοίγουν οι κουρτίνες

από ‘να παράθυρο στη γωνία με τη Νέδας

και εμφανίζεται ένα κορίτσι

-έλα σε παρακαλώ-

και εμφανίζεται ένα αγόρι

θα ‘ναι δε θα ‘ναι εικοσιδύο

και κοιτάζει τον τύπο

θα ‘ναι δε θα ‘ναι τριανταέξι

με μάτια κόκκινα

και πάει να πει κάτι μα


δε μιλώ τη γλώσσα του

παρότι κάνω πώς την καταλαβαίνω

-διότι το παν είναι η κατανόηση

όχι η αντίληψη-

τέλος πάντων προφανώς αυτό το αγόρι δεν υπάρχει

αλλά κάθε που περπατώ στην Αγίου Στυλιανού

στη γωνία με τη Νέδας είναι ένα παράθυρο

που θα ταίριαζε σε ένα αγόρι με αυτή την περιγραφή·


Από την ποιητική συλλογή «φτηνό κρεβάτι» του Δημήτρη Αθηνάκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

The Definition of Things/ Ο Ορισμός των πραγμάτων


The Definition of Things

I have been worrying recently
about the definition of things.

Love, for example, and its absence
and it seems to me that the three phones

I have taken to keeping by my bed at night
are an indication of that,

that there really is no clear way
to be with or without what you love.

They are lined up
like the three of you, mouthpiece to cradle

poised for emergency, or take-off.
And why not,

even on silent mode I can hear their breathing.
I would have been the one to rise to a cough or a snuffle

even when the cots had been moved into quiet rooms of their own.
But there are few rewards to be got

from either too much or too little needing
and these days, with days and hours of distance between us,

I rarely sleep for longer than a few minutes at a time.
I guess what I am trying to say

is that even without lines
or definition, I would not miss your call.
                                                                cheryl moskowitz

Ο Ορισμός των πραγμάτων

Ήμουν ανήσυχη τελευταία
να βρω τον ορισμό των πραγμάτων.

Της αγάπης για παράδειγμα και της απουσίας της
και μου φαίνεται ότι τα τρία τηλέφωνα

που πήρα και κρατώ δίπλα στο κρεβάτι μου τα βράδια
είναι καθαρή ένδειξη αυτού,

ότι δηλαδή δεν υπάρχει πραγματικός τρόπος
να είσαι μαζί ή χωρίς εκείνο που αγαπάς.

Στοιχίζονται
σαν τρία κομμάτια σου, από το ακουστικό ως τη βάση.

σε θέση επιφυλακής ή απογείωσης
και γιατί όχι

ακόμη και στο αθόρυβο μπορώ ν'ακούσω την ανάσα τους.
Εγώ θα ήμουν αυτή που θα σηκωνόταν σε ένα βήχα ή φύσημα της μύτης.

ακόμη κι αν είχαν μετακινηθεί σε ήσυχα δικά τους δωμάτια.
Αλλά υπάρχουν μερικά πλεονεκτήματα

από την είτε τόσο μεγάλη ή τόσο μικρή ανάγκη
και αυτές τις μέρες, με μέρες και ώρες απόστασης μεταξύ μας,

σπάνια κοιμάμαι περισσότερο από μερικά λεπτά τη φορά.
Φαντάζομαι αυτό που προσπαθώ να πω

είναι ότι ακόμα και χωρίς γραμμές
ή ορισμούς δε θα έχανα κλήση σου.

                                         cheryl moskowitz



Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Come, and Be My Baby by Maya Angelou


Come, and Be My Baby


The highway is full of big cars
going nowhere fast
And folks is smoking anything that'll burn
Some people wrap their lies around a cocktail glass
And you sit wondering
where you're going to turn
I got it.
Come. And be my baby.

Some prophets say the world is gonna end tomorrow
But others say we've got a week or two
The paper is full of every kind of blooming horror
And you sit wondering
What you're gonna do.
I got it.
Come. And be my baby.

                                                             by Maya Angelou

Έλα και γίνε το μωρό μου

Ο αυτοκινητόδρομος είναι γεμάτος μεγάλα αυτοκίνητα
που γρήγορα πηγαίνουν στο πουθενά
και παλιόφιλοι καπνίζουν οτιδήποτε εγώ θα κάψω
κάποιοι άνθρωποι τυλίγουν τα ψέμματά τους γύρω απο ένα ποτήρι κοκτέιλ
και εσύ κάθεσαι κι αναρωτιέσαι
που θα στρίψεις
Το βρήκα.
Έλα. Και γίνε το μωρό μου.

Κάποιοι προφήτες λένε ότι κόσμος θα τελειώσει αύριο
αλλά άλλοι λένε πως έχουμε ακόμα μια βδομάδα ή δύο
το χαρτί είναι γεμάτο από κάθε είδος ενοχλητικό τρόμο
και συ κάθεσαι κι αναρωτιέσαι
τι θα κάνεις.
Το βρήκα.
Έλα. Και γίνε το μωρό μου.
                                                         Μάγια Αγγέλου

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

FOUR QUARTETS/ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ

[...]Where is the end of them, the fishermen sailing
into the wind's tail, where the fog cowers?
We cannot think of a time that is oceanless
or of an ocean not littered with wastage
or of a future that is not liable
like the past, to have no destination.
[...]
                                                                               T.S.ELIOT
[...]Που νάχουν τέλος οι ψαράδες που αρμενίζουν
στου ανέμου την ουρά, όπου κουρνιάζει η ομίχλη;
Χρόνο δε μπορούμε να σκαφτούμε δίχως νάχει ωκεανό
ή ωκεανό αμόλυντο απο απώλειες
ή κάποιο μέλλον που να μην έχει ευθύνη
σαν και το παρελθόν, στην απουσία προορισμού.
[...]
                                                                     T.Σ.ΕΛΙΟΤ

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Η Συναυλία των Γυακίνθων ΙΧ

"Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο από εκείνο που βρήκα και μιμήθηκα σε Σένα"
                                                                                                Οδ.Ελύτης

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Sorting Through / Ξεδιαλύνοντας


Sorting Through

The moment she died, my mother's dance dresses
turned from the colours they really were
to the colours I imagine them to be.
I can feel the weight of bumptoed silver shoes
swinging from their anklestraps as she swaggers
up the path towards her dad, light-headed
from airman's kisses. Here, at what I'll have to learn
To call my father's house, yes every
ragbag scrap of duster prints her even more vivid
than an Ilford snapshot on some seafront
in a white cardigan and that exact frock.
Old lipsticks. Liquid stockings.
Labels like Harella, Gor-ray, Berketex.
As I manhandle whole outfits into binbags for Oxfam
every mote in my eye is a utility mark
and this is useful:
the sadness of dispossessed dresses,
the decency of good coats roundshouldered
in the darkness of wardrobes,
the gravitas of labels,
the invisible danders of skin fizzing off from them
like all that life that will not neatly end.

                                          Liz Lochhead
Ξεδιαλύνοντας

Από την ώρα που πέθανε, τα φορέματα χορού της μητέρας μου
άλλαξαν απ' τα χρώματα που ήταν
στα χρώματα που εγώ φανταζόμουν να είναι.
Μπορώ να νιώσω το βάρος των σφιχτών ασημένιων παπουτσιών
να κρέμεται απ' τα κορδόνια καθώς εκείνη κορδώνεται
στο μονοπάτι προς τον πατέρα της, ελαφρόμυαλη
απ' τα φιλιά του αεροπόρου. Εδώ, σ'αυτό που πρέπει να μάθω
ν'αποκαλώ σπίτι του πατέρα μου, ναι κάθε ξεσκονόπανο την αποτυπώνει
ακόμα πιο έντονα από μια φωτογραφία της στιγμής στο Ίλφορντ μπροστά απο κάποια ακροθαλασσιά
με μια άσπρη πλεκτή ζακέτα και εκείνο ακριβώς το φόρεμα.
Παλιά κραγιόν. Υγρά καλσόν.
Μάρκες όπως Harella, Go-ray, Berketex.
Και όπως κακομεταχειρίζομαι τόσα ρούχα κάνοντάς τα σκουπίδια για το Οxfam,
κάθε μόριο του ματιού είναι ένα ωφέλιμο σημάδι
και αυτό είναι χρήσιμο:
η λύπη πεταμένων φορεμάτων
η κοσμιότητα καλών παλτών με βάτες
στο σκοτάδι της ντουλάπας,
η βαρύτητα των γιακάδων,
η αόρατη οργή της σάρκας που ξεθυμαίνει απ'αυτά
όπως όλη εκείνη η ζωή που δε θα τελειώσει απλά.

                                                           Λιζ Λόχεντ




Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Electrical storm/ Ηλεκτρική καταιγίδα


Electrical storm
1
And like everything it began with the sea,
That week I spent rinsing myself clean of it,
Upheld by its salts, a tracery of venous weeds
Round my white ankles. There was nothing
Of you in the routes of the sky, those parts
Of the horizon I endured. When I arose

It was from a bed: the weight of the sea fell away.
On that night a storm split the sky in two.
Its tearing entered my dream, entered a room
In which we kissed though I did not know you.
The voice of the storm became your voice,
Its lightning, your eyes’ most delicate veins.

2

At daybreak 1the azure was vacant.
Only a morning mist still clung to the pines
And it seemed a day of no consequence
After a dream-time’s sturm und drang.
But by the evening they’d strung the torches
Out again, and the wine in our glasses

Held the deep glow of their light
And it fell on our faces below the porch,
When we agreed that my country had become
A country of high walls, it fell on your
Prismatic face and it scattered over mine,
And the glass shivered in my hands and broke.
                                                                Caitriona O'Reilly

Ηλεκτρική καταιγίδα

1.
Και όπως όλα, κι αυτό άρχισε με τη θάλασσα,
Εκείνη την εβδομάδα την πέρασα ξεπλένοντας τον εαυτό μου από αυτή,
Στηριζόμενος από τα αλάτια, ίχνη φλεβικών αγριόχορτων
Γύρω από τους άσπρους αστραγάλους μου.  Δεν υπήρχε τίποτα
Από σένα στις διαδρομές του ουρανού, σ’εκείνα τα κομμάτια
Του ορίζοντα που υπέμενα. Όταν σηκώθηκα

Ήταν από ένα κρεβάτι: το βάρος της θάλασσας παραμερίστηκε.
Εκείνη τη νύχτα μια καταιγίδα έσκισε τον ουρανό στα δύο.
Το σκίσιμο εισέβαλε στο όνειρό μου, εισέβαλε σ’ένα δωμάτιο
Στο οποίο φιλιόμασταν αν κ δε σε ήξερα.
Η φωνή της καταιγίδας έγινε δική σου φωνή,
Οι αστραπές της των ματιών σου οι πιο υπέροχες φλέβες.

2.

Στο φώς της μέρας το γαλάζιο ήταν άδειο.
Μόνο μία πρωινή ομίχλη ακόμα κρέμονταν από τα πεύκα
Κι έμοιαζε μια μέρα χωρίς μεγάλη σημασία
Μετά του ονείρου το sturm und drang.
Αλλά ως το βράδυ είχαν καθαρίσει τους πυρσούς
Ξανά, και το κρασί στα ποτήρια μας

Είχε τη βαθειά λάμψη του φωτός τους
Κι έπεφτε στο πρόσωπό μας κατω από τη βεράντα,
Όταν συμφωνήσαμε πως η χώρα μου είχε γίνει
Μια χώρα ψηλών τοίχων, έπεσε πάνω
Στο πρισματικό πρόσωπό σου και κομματιάστηκε πάνω στο δικό μου,
Και το γυαλί του ποτηριού έτριξε στα χέρια μου κι έσπασε.

                                                                                  Kετριόνα Ο' Ρέηλι 




Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Today I am a new man /Σήμερα, είμαι καινούριος



TODAY, I AM A NEW MAN


Today, I am a new man,
a stranger in the town that bore me.

How simple it is to become a ghost -
just one word, one gesture, and we slip

through the fretwork of other people’s lives
as easily as water through a stone.

Gradually, my heart sheds its weight,
this once familiar rock has hatched a swallow.

Just for today, if I were to pass myself in the street,
I wouldn’t even raise my hat, or say hello.
                                          John Glenday

Σήμερα, είμαι καινούριος

Σήμερα, είμαι καινούργιος,
ένας ξένος μέσα στη πόλη που με κάνει να βαριέμαι.

Πόσο απλό είναι να γίνεις ένα φάντασμα-
μόνο μία λέξη, μία κίνηση, κι εμείς γλιστράμε

μέσα στους μενάνδρους της ζωής των άλλων
τόσο εύκολα όπως το νερό μέσα από μιά πέτρα.

Σταδιακά,η καρδιά μου αποβάλλει το βάρος της,
αυτός ο άλλοτε γνωστός βράχος έχει εκκολάψει ένα χελιδόνι.

Μόνο για σήμερα, αν ήταν να προσπεράσω τον εαυτό μου στο δρόμο,
δε θα σήκωνα ούτε το καπέλο μου ούτε θα έλεγα γειά.
                                                              Τζόν Γκλεντάι
                                                        Μεταφρ. Iris Verina        






Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

Σεφέρης- αλληλογραφία προς την Μάρω

“πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω-γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου-δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..”

“ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Aυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει”

“μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί…Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.”

“αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.”

“Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει “Σταμάτησε. Σταμάτησε”. Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.
-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….”

“…Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.”

“Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου.
Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.”

“κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως , αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο”
όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπο του, πρέπει να βρεί τρόπο να μην ξυπνά ποτέ του…”

“…μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…”

“..είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις..”

“μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.”

“τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..”

“Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή-ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου-είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα”

“Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα-ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη-θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν…φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.”

“όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….”

“Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…”

“…Αν είχα χρήματα, λες.
Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα.
Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…”

“…Χτές πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα απο τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄είχε πάρει ο ύπνος.”

“…ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;”

“…σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…”

“Σε συλλογίζομαι.
Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις.
Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι.
Κάποτε βαριά….”

“αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία”

“και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν”

“όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;”

“αγάπη μου, θα με συγχωρήσεις γι’ αυτά, που είναι δύσκολο να ειπωθούν σε μια γυναίκα. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχει πεποίθηση στα συναισθήματά του όταν τα πνίγει η επιθυμία η σωματική, όπως συμβαίνει τώρα μ’ εμένα”

“πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω , δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;”

“θα ήθελα τρείς μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…”

“φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ..”

“ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…”

“δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα-κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα”
                                                                                    Γιώργος Σεφέρης


Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

The Shrinking Lonesome Sestina/ Η ζαρωμένη μοναχική σιστίνα


The Shrinking Lonesome Sestina

 Somewhere in everyone's head something points toward home,
 a dashboard's floating compass, turning all the time
 to keep from turning. It doesn't matter how we come
 to be wherever we are, someplace where nothing goes
 the way it went once, where nothing holds fast
 to where it belongs, or what you've risen or fallen to.

 What the bubble always points to,
 whether we notice it or not, is home.
 It may be true that if you move fast
 everything fades away, that given time
 and noise enough, every memory goes
 into the blackness, and if new ones come-

 small, mole-like memories that come
 to live in the furry dark-they, too,
 curl up and die. But Carol goes
 to high school now. John works at home
 what days he can to spend some time
 with Sue and the kids. He drives too fast.

 Ellen won't eat her breakfast.
 Your sister was going to come
 but didn't have the time.
 Some mornings at one or two
 or three I want you home
 a lot, but then it goes.

 It all goes.
 Hold on fast
 to thoughts of home
 when they come.
 They're going to
 less with time.

 Time
 goes
 too
 fast.
 Come
 home.

 Forgive me that. One time it wasn't fast.
 A myth goes that when the years come
 then you will, too. Me, I'll still be home.
-- Miller Williams

Η ζαρωμένη μοναχική σιστίνα

Κάπου μέσα σε όλων το κεφάλι κάτι δείχνει προς το σπίτι,
μιά άστατη πυξίδα ενός ταμπλό, γυρνώντας όλη την ώρα
για να κρατηθεί από το να γυρίζει. Δεν έχει σημασία πώς καταλήγουμε
να είμαστε όπου και να είμαστε, σε κάποιο μέρος όπου τίποτα δεν είναι
όπως παλιά, όπου τίποτα δε μένει εκεί
όπου ανήκει, ή σε τι έχουμε ανέλθει ή υποπέσει.

Αυτό που ο δείκτης πάντα δείχνει
είτε το προσέχουμε ειτε όχι είναι το σπίτι.
Ίσως να ναι αλήθεια οτι αν κινηθείς γρήγορα
όλα ξεθωριάζουν, οτι με το κατάλληλο χρόνο
και θόρυβο, κάθε μνήμη
σκοτεινιάζει και αν νέες έρθουν--

μικροσκοπικές σα μόρια αναμνήσεις
να ζήσουν σε ένα γούνινο σκοτάδι-- και αυτές επίσης,
τυλίγονται και πεθαίνουν. Αλλα ο Κάρολος πηγαίνει
στο Λύκειο τώρα. Ο Γιάννης δουλεύει στο σπίτι
όσες μέρες μπορεί για να περάσει λίγο χρόνο
με τη Σού και τα παιδιά. Οδηγεί πολύ γρήγορα.

Η Έλεν δε θα φάει το πρωινό της.
Η αδερφή σου θα ερχόταν
αλλα δεν είχε χρόνο.
Κάποια πρωινά στη μια ή δύο
ή στις τρείς σε θέλω στο σπίτι
πολύ, αλλα μετά μου φεύγει.

Πάντα φεύγει.
Κρατήσου γερά
απο τη σκέψη του σπιτιού σου
όταν έρχεται.
Θα γίνει λιγότερο
με το καιρό.

Ο χρόνος
περνά
πολυ
γρήγορα.
Έλα
σπίτι.

Συγχώρα μου αυτό. Μιά φορά δεν ήταν αρκετή.
Ένας μύθος λέει οτι όταν τα γρήγορα χρόνια περάσουν
τότε θα έρθεις κι εσύ. Εγώ θα είμαι ακόμη σπίτι.
                                                                               Μίλερ Γουίλιαμς
                                                                           Μεταφρ: Iris Verina

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Peelings/Ξυεφλουδίσματα/Alison Brackenbury


Peelings

What am I good at?  Useless things.

Listening to strangers on slow Scottish trains.

Did you know they had square sausages?

Standing on one leg-  Not Yoga; muddy years of Wellingtons.

And peeling parsnips.  Cooking grand Christmas dinner,

amongst dried cranberries, asparagus,

my daughter passed the knife, then was surprised

my awkward hands whipped smoothly down each root,

flicked pale gold slivers, thin, to save the flesh

which frost and soil had left as sweet as nuts,

which you may understand.  And I remember

in tea’s cold desert, though the saucepans steamed,

caught in a creaking visit once, I said,

(mouth full) ‘These are good parsnips!  Did you grow them?’

‘Yes’, said my father, shrunk to eighty years,

nodded with dignity, like his tall father.

We were not good with words.  Each time my hand

slips down, as sharp as winter, and casts off

a pale coat, I am grateful, still, to parsnips.

Alison Brackenbury

(Published in The North, and in the anthology Heart Shoots, published by Indigo Dreams.)

Ξεφλουδίσματα

Σε τι είμαι καλή; Σε ασήμαντα πράγματα.
Στο ν'ακούω τους περαστικούς στα αργά Σκωτσέζικα τρένα.
Το ξέρατε ότι έχουν τετράγωνα λουκάνικα;
Στο να στέκομαι στο ένα πόδι- όχι για γιόγκα, λασπωμένα τα χρόνια των Wellingtons.
Και στο να καθαρίζοντας ραπανάκια. Μαγειρεύοντας μεγάλο χριστουγεννιάτικο δείπνο,
ανάμεσα σε ξεραμένα κράνα και σπαράγγια,
η κόρη μου μου έδωσε το μαχαίρι κι έπειτα έμεινε έκπληκτη
με το πώς τα αδέξια χέρια μου ξεφλουδίζουν απαλά κάθε ρίζα ως κάτω,
χτυπώντας ελαφρά χλωμά χρυσές φλοίδες, λεπτές, για να σώσω τη σάρκα
που το κρύο και το χώμα άφησαν τόσο γλυκιά σα ξηρό καρπό,
πράγμα το οποίο καταλαβαίνεις. Και θυμάμαι
σ'ένα κρύο γλυκό κατα τη διάρκει του τσαγιού ενω η κατσαρόλα άχνιζε
φυλακισμένη σε μιά ανατριχιαστική επίσκεψη μιά φορά είπα
(με το στόμα γεμάτο) ''Αυτά είναι καλά ραπανάκια! Εσύ τα φύτεψες;"
''Ναι'' είπε ο πατέρας μου ζαρωμένος σε 80 χρόνια
νεύοντας με αξιοπρέπεια, όπως ο ψηλός του πατέρας.
Δεν είμαστε καλοί με λέξεις. Κάθε φορά που το χέρι μου
γλιστράει κάτω, τόσο κοφτερό σα χειμώνας, και πετά
ένα χλωμό περίβλημα, είμαι ευγνώμων ,ακόμα, στα ραπανάκια.

Αλισον Μπλακενμπέρι
Μετάφραση Iris Verina



Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

The buisness of Poetry/ Ποιητική τέχνη, Ηarold Norse


The Business of Poetry

The business of poetry

is the image of a young man

making music and love

to a girl whose interest

in love and music coincides

with an enormous despair in both

their inner selves like a plucked

guitar in the dry hot sun of

hope where savage and brutal men

are tearing life like a page

from a very ancient

and yellow

book 
                                     Harold Norse

H ποιητική τέχνη
Η ποιητική τέχνη
είναι η εικόνα ενός νέου
να παίζει μουσική και να κάνει έρωτα
σ'ένα κορίτσι που το ενδιαφέρον του 
για έρωτα και μουσική συμπίπτει
με μια τεράστια απελπισία
του βαθύτερου εαυτού και των δύο
σα μια ξεχαρβαλωμένη 
κιθάρα κάτω απ' το ξερό και καυτό ήλιο
της ελπίδας όπου ανήμεροι και κτηνώδεις άνδρες
σκίζουν τη ζωή σα μιά σελίδα
απο ένα παμπάλαιο
και κιτρινιασμένο
βιβλίο.
                                                        Χάρολντ Νόρς
                                                    Μετάφραση Iris Verina

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

Τα δικαιώματα- Ντενίς Λέβερτοφ


Πρόσφατα ανακάλυψα τη Ντενίς Λέβερτοφ η οποία θεωρείται μια απο τις κορυφαίες ποιήτριες της αμερικανικής λογοτεχνίας. Νομίζω το επόμενο ποίημα απο μόνο του επιβεβαιώνει το χαρακτηρισμό.

Τα δικαιώματα

Να σου δώσω θέλω
κάτι που δημιούργησα

λέξεις λιγοστές σε μια σελίδα-- ίδια
με το να σου 'λεγα <<να, λίγες μπλε χάντρες>>

ή, <<να, ένα λαμπρό κόκκινο φύλλο που
βρήκα στο πεζοδρόμιο>> (γιατί,

να βρω σημαίνει να επιλέξω, και εγώ
επέλεξα)                         Μα είναι δύσκολο:

ως τώρα τίποτα δεν βρήκα
άλλο πέρα από τη διάθεση να δώσω. Ή

μήπως λέξεις χιλιοειπωμένες; Φτηνές
και άψυχες; ακόμη και παράλογες;

                                                        Ετούτη

λάβε έναντι καλύτερα --την πιθανή
υπόσχεση: Αν

γράψω ποτέ
κανένα ποίημα με μια ορισμένη διάθεση

(επίμονη, τρυφερή, αόριστη,
θλιμμένη και ξεπεσμένη)

σε σένα θα το δώσω.

                                                  Ντενίς Λεβερτοφ
                                           Μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Wild Geese by Mary Oliver/ Αγριόχηνες


Wild Geese by Mary Oliver

You do not have to be good.
You do not have to walk on your knees
for a hundred miles through the desert repenting.
You only have to let the soft animal of your body
love what it loves.
Tell me about despair, yours, and I will tell you mine.
Meanwhile the world goes on.
Meanwhile the sun and the clear pebbles of the rain
are moving across the landscapes,
over the prairies and the deep trees,
the mountains and the rivers.
Meanwhile the wild geese, high in the clean blue air,
are heading home again.
Whoever you are, no matter how lonely,
the world offers itself to your imagination,
calls to you like the wild geese, harsh and exciting-
over and over announcing your place
In the family of things.

 Alison Cassidy

Αγριόχηνες απο την Μαίρη Όλιβερ

Δεν χρειάζεται να σαι καλός.
Δε χρειάζεται να περπατάς γονατιστός
για εκατοντάδες μίλια μέσα στην έρημο μετανοώντας.
Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι ν'αφήσεις το απαλό ζώο του κορμιού σου
ν'αγαπήσει ο,τι αγαπά.
Μίλα μου γι'απελπισία, τη δική σου, και θα σου μιλήσω για τη δική μου.
Εντωμεταξύ ο κόσμος συνεχίζει .
Εντωμεταξύ ο ήλιος και τα καθάρια κρυσταλλάκια της βροχή,
κινούνται πάνω απο τα τοπία,
πάνω απ'τους λειμώνες και τα βαθιά δέντρα,
τα βουνά και τα ποτάμια.
Εντωμεταξύ οι αγριόχηνες , ψηλά στο καθάριο γαλάζιο ουρανό,
κατευθύνονται σπίτι ξανά.
Όποιος κι αν είσαι, όσο μόνος κι αν είσαι,
ο κόσμος σου προσφέρεται,
σε φωνάζει όπως οι αγριόχηνες, δυνατά και συναρπαστικά-
ανακοινώνοντας ξανά και ξανά τη θέση σου
στην οικογένεια των πραγμάτων.

Alison Cassidy

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

[love is more thicker than forget]/ η αγάπη είναι πιο θολή απο τη λήθη


[love is more thicker than forget]


love is more thicker than forget
more thinner than recall
more seldom than a wave is wet
more frequent than to fail


it is most mad and moonly
and less it shall unbe
than all the sea which only
is deeper than the sea


love is less always than to win
less never than alive
less bigger than the least begin
less littler than forgive


it is most sane and sunly
and more it cannot die
than all the sky which only
is higher than the sky

E.E. Cummings, “[love is more thicker than forget]” from Complete Poems 1904-1962

[Η αγάπη είναι πιο θολή απο τη λήθη]

Η αγάπη είναι πιο θολή απο τη λήθη
πιο ελαφριά απο την ανάμνηση
πιο σπάνια απο ένα υγρό κύμα
πιο συχνή απο την αποτυχία

Είναι πολύ πιο τρελή και φεγγαρολουσμένη
και πιο λίγο θα πάψει να υπάρχει
απ'οτι η βαθύτερη θάλασσα
των θαλασσών

Η αγάπη είναι πάντα μικρότερη απο τη νίκη
ποτέ μικρότερη απο τη ζωή
λίγο μεγαλύτερη απο τη τελευταία αρχή
λίγο λιγότερη απο τη συγχώρηση

Είναι πολύ πιο υγιής και ηλιόλουστη
και πιο πολύ δε μπορεί να καταστραφεί
απ'οτι ο ψηλότερος ουρανός
των ουρανών.
                                                     E. E. Cummings 1894–1962

                                                     Μετάφραση: Iris Verina

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Digging/ Σκάβοντας (Υπόμνημα στον Seamus Heaney)



Τoday Seamus Heaney died. He is considered to be one of the most important poets of 20th century. He was born in Northern Ireland and later he moved to Dublin. In 1995 he won the Nobel prize. At the age of 70 he was so popular that the two thirds of the book sales in the entire UK was his books. The Ireland celebrated the event with a 12-hour broadcast of his work. His poetry turns around Ireland. He was very famous for his political poems especially for the Troubles but he also wrote for the nature and mythology of Ireland. When he was asked for the role of poetry in crisis times he replied '' it is precisely at such moments that people realize they need more to live than economics: If poetry and the arts do anything, they can fortify your inner life, your inwardness."



Digging


Between my finger and my thumb
The squat pen rests; snug as a gun.


Under my window, a clean rasping sound
When the spade sinks into gravelly ground:
My father, digging. I look down


Till his straining rump among the flowerbeds
Bends low, comes up twenty years away
Stooping in rhythm through potato drills
Where he was digging.


The coarse boot nestled on the lug, the shaft
Against the inside knee was levered firmly.
He rooted out tall tops, buried the bright edge deep
To scatter new potatoes that we picked,
Loving their cool hardness in our hands.


By God, the old man could handle a spade.
Just like his old man.


My grandfather cut more turf in a day
Than any other man on Toner’s bog.
Once I carried him milk in a bottle
Corked sloppily with paper. He straightened up
To drink it, then fell to right away
Nicking and slicing neatly, heaving sods
Over his shoulder, going down and down
For the good turf. Digging.


The cold smell of potato mould, the squelch and slap
Of soggy peat, the curt cuts of an edge
Through living roots awaken in my head.
But I’ve no spade to follow men like them.


Between my finger and my thumb
The squat pen rests.
I’ll dig with it.

Seamus Heaney (1939–2013) , Death of a Naturalist. 


Σήμερα πέθανε ο Σίμους Χίνεϋ. Υπήρξε ένας απο τους πιο σημαντικούς ποιητές του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στη Βόρεια Ιρλανδία και έζησε στο Δουβλίνο. Το 1995 κέρδισε το βραβείο Νόμπελ. Στα εβδομηκοστά γεννέθλιά του οι πωλήσαν των βιβλιών του έφταναν τα δύο τρίτα των γενικών πωλήσεων σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδική τηλεόραση το γιόρτασε με μια 12ωρη προβολή του έργου του. Η ποιήσή του περιστρέφεται γύρω απο την Ιρλανδία. Έγραψε πολιτικά ποιήματα κυρίως για τα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου αλλα και για τη φύση και τη μυθολογία της Ιρλανδίας. Όταν ρωτήθηκε για την αξία της ποίησης στα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης, απάντησε "ακριβώς σε αυτά τα δύσκολα χρόνια ο άνθρωπος χρειάζεται περισσότερο να ζήσει παρα να κερδίσει και μόνο η ποίηση και η τέχνη πολλαπλασιάζουν τη ζωή μέσα μας''

            Σκάβοντας

Ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρά μου
η χοντροκομμένη πένα στέκεται,
όμοια με όπλο.

Κάτω απο το παράθυρό μου ένας
καθαρός ήχος φτυαρίσματος
όταν η αξίνα βυθίζεται μες στο πετρώδες χώμα:
Ο πατέρας μου, σκάβει. Κοιτάω κάτω

Μέχρι οι τεντωμένοι γλουτοί του ανάμεσα στα παρτέρια
να κυρτώσουν προς τα κάτω, εμφανίζεται είκοσι χρόνια πριν
να σκύβει ρυθμικά στο αυλάκι με τις πατάτες
όπου και έσκαβε.

Η άκομψη μπότα φώλιαζε στο καφάσι, ο μοχλός
με το εσωτερικό του γόνατος κινούνταν σταθερά.
Ξεχορτάριαζε ψηλές κορυφές, έθαβε τη θεσπέσια άκρη βαθιά
για να φυτέψει νέες πατάτες που εμείς διαλέγαμε
λατρεύοντας τη δροσερή κρούστα τους στα χέρια μας.

Μα το θεό, ο γέρος μπορούσε να κουμαντάρει αξίνα.
Ακριβώς όπως και ο γέρος του.

Ο παππούς μου έκοβε περισσότερο άνθρακα τη μέρα
απ'οποιοδήποτε άλλο άντρα στο βάλτο του Τόνερ.
Μια φορά του έφερα γάλα σ'ένα μπουκάλι
τυλιγμένο πρόχειρα με χαρτί. Ίσιωσε
για να το πιεί, και κατευθείαν μετά έπεσε κάτω
για να χαράψει και να κόψει νοικοκυρεμένα, σηκώνοντας παλούκια
πάνω στους ώμους του πηγαίνοντας όλο και πιο κάτω
για τον καλό άνθρακα. Σκάβοντας

Η κρύα μυρωδιά της μουχλιασμένης πατάτας, ο παφλασμός και ο βρόντος
του μουσκεμένου άνθρακα, τα μικρά κοψίματα μιας άκρης
μέσα απο τις ζωντανές ρίζες ξύπνησαν στο κεφάλι μου.
Αλλά δεν έχω αξίνα για ν'ακολουθήσω άνδρες σαν αυτούς.

Ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρά μου
η κοντόχοντρη πένα στέκεται.
Θα σκάψω μ'αυτήν.
                                                     Seamus Heaney (1939–2013), Death of a Naturalist. 
                                                          Μετάφραση Ιris Verina
                                         




Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

I m not a man/ Δεν είμαι άντρας


Today I continue my journey to Norse's poetry. I m dealing with his most famous poem, the poem which gave him a noble place between the gay poets.

I Am Not A Man

I am not a man. I can’t earn a living, buy new things for my family. I have acne and a small peter.

I am not a man. I don’t like football, boxing and cars. I like to express my feelings. I even like to put my arm around my friend’s shoulder.

I am not a man. I won’t play the role assigned to me – the role created by Madison Avenue, Playboy, Hollywood and Oliver Cromwell. Television does not dictate my behavior.

I am not a man. Once when I shot a squirrel I swore that I would never kill again. I gave up meat. The sight of blood makes me sick. I like flowers.

I am not a man. I went to prison for resisting the draft. I do not fight when real men beat me up and call me queer. I dislike violence

I am not a man. I have never raped a woman. I don’t hate blacks. I don’t get emotional when the flag is waved. I do not think I should love America or leave it. I think I should laugh at it.

I am not a man. I have never had the clap.

I am not a man. Playboy is not my favorite magazine.

I am not a man. I cry when I’m unhappy.

I am not a man. I do not feel superior to women.

I am not a man. I don’t wear a jockstrap.

I am not a man. I write poetry.

I am not a man. I meditate on Peace and Love.

I am not a man. I don’t want to destroy you.
                                                        Harold Norse

Σήμερα συνεχίζω το ταξίδι με στη ποίηση του Νόρς. Παραθέτω το πιό γνωστό του ποίημα και αυτό που τον έκανε ορόσημο της γκέι ποίησης.

Δεν είμαι άντρας

Δεν είμαι άνδρας. Δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα ούτε ν'αγοράσω καινούργια πράγματα για την οικογένειά μου. Έχω ακμή και μικρό πουλί.

Δεν είμαι άνδρας. Δεν μ'αρέσει το ποδόσφαιρο, η πάλη και τα αυτοκίνητα.
Μ' αρέσει να εκφράζω τα συναισθήματά μου. Μ' αρέσει ακόμα να περνάω το χέρι μου
γύρω απο τον ώμο ενός φίλου μου.

Δεν είμαι άνδρας. Δεν θέλω να παίζω το ρόλο που μου όρισαν - το ρόλο που δημιούργησε
η Μάντισον Άβενιου, το Play Boy, το Χόλλυγουντ και ο Όλιβερ Κρόμγουελ,
η Τηλεόραση δεν ορίζει την συμπεριφορά μου.

Δεν είμαι άνδρας. Κάποτε όταν πυροβόλησα έναν σκίουρο, ορκίστηκα πως δεν θα σκότωνα ξανά . Έκοψα το κρέας. Η θέα του αίματος με αρρωσταίνει.
Μ' αρέσουν τα λουλούδια.

Δεν είμαι άνδρας. Μπήκα φυλακή επειδή αντιστάθηκα στην υποχρεωτική στράτευση.
Δεν παλεύω όταν οι αληθινοί άνδρες μoυ επιτίθονται και με κράζουν αδελφή.
Απεχθάνομαι τη βία.

Δεν είμαι άνδρας. Δεν έχω βιάσει ποτέ γυναίκα. Δεν μισώ τους μαύρους.
Δεν συγκινούμαι όταν η σημαία κυματίζει. Δεν ξέρω αν θα 'πρέπε ν' αγαπώ
την Αμερική ή να την εγκαταλείψω. Νομίζω πως θα 'πρεπε να γελώ μαζί της.

Δεν είμαι άνδρας. Ποτέ δεν είχα γονόρροια.

Δεν είμαι άνδρας. Το Play Boy δεν είναι το αγαπημένο μου περιοδικό.

Δεν είμαι άνδρας. Κλαίω όταν είμαι λυπημένος.

Δεν είμαι άνδρας. Δεν αισθάνομαι ανώτερος από τις γυναίκες.

Δεν είμαι άνδρας. Δεν φοράω αθλητικά.

Δεν είμαι άνδρας. Γράφω ποίηση.

Δεν είμαι άνδρας. Διαλογίζομαι για την ειρήνη και την αγάπη.

Δεν είμαι άνδρας. Δεν θέλω να σε καταστρέψω.

                                                                     Harold Norse
                                                           Μετάφραση   Iris Verina

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

the Locket/ To Μενταγιόν - John Montague


John Montague was born in Brooklyn by Irish parents who had immigrated in the U.S.A. Due to financial problems, Montague was raised by two aunts back in Ireland. His writing has to do with personal loss, exile and travel. This poem is autobiographical and dedicated to his mother who gave him away to the aunts.

The Locket 

Sing a last song
for the lady who has gone,
fertile source of guilt and pain.
The worst birth in the annals of Brooklyn,
that was my cue to come on,
my first claim to fame.

Naturally, she longed for a girl,
and all my infant curls of brown
couldn’t excuse my double blunder
coming out the wrong sex,
and the wrong way around.
Not readily forgiven,

So you never nursed me
and when all my father’s songs
couldn’t sweeten the lack of money,
‘when poverty comes throught the door
love flies up your chimney’,
your favourite saying,

Then you gave me away,
might never have known me,
if I had not cycled down
to court you like a young man,
teasingly untying your apron,
drinking by the fire, yarning

Of your wild, young days
which didn’t last long, for you,
lovely Molly, the belle of your small town,
landed up mournful and chill
as the constant rain that lashes it
wound into your cocoon of pain.

Standing in that same hallway,
‘Don’t come again.’ you say, roughly,
‘I start to get fond of you, John,
and then you are up and gone’;
the harsh logic of a forlorn woman
resigned to being alone.

And still, mysterious blessing,
I never knew, until you were gone,
that, always around your neck
you wore an oval locket
with an old picture in it,
of a child in Brooklyn.
                                      John Montague

O Montague γεννήθηκε στο Μπρούκλυν απο Ιρλανδούς γονείς που είχαν μετακομίσει στις ΗΠΑ για οικονομικούς λόγους. Λόγω οικονομικών προβλημάτων οι γονείς του αδυνατούσαν να τον συντηρήσουν και έτσι τον έστειλαν πίσω στην Ιρλανδία όπου και μεγάλωσε με δύο θείες. Εξαιτίας όλων αυτών των περιστατικών η γραφή του έχει να κάνει με προσωπική απώλεια, εξορία και ταξίδια. Το ποίημα που ακολουθεί είναι απο τα πιο γνωστά του και είναι αυτοβιογραφικό και αφιερωμένο στη μητέρα του. 

Το μενταγιόν

Τραγούδα ενα τελευταίο τραγούδι
για την κυρία που έχει φύγει,
την γόνιμη πηγή ενοχής και πόνου.
Η χειρότερη γέννα στα χρονικά του Μπρούκλυν
το παρασύνθημα για να έρθω,
η πρώτη μου αξίωση στη δόξα.

Αναμενόμενη η λαχτάρα της για κορίτσι,
και όλες οι βρεφικές μου καφέ μπούκλες
δε μπορούσαν να συγχωρήσουν
το φρικτό μου λάθος
να βγώ το λάθος φύλο,
και απο τη λάθος μεριά.
Στ'αλήθεια ασυγχώρητο.

Έτσι ποτέ δε με φρόντισες
και όταν όλα τα τραγούδια του πατέρα μου
δε μπορούσαν να γλυκάνουν τα πενιχρά χρήματα,
''όταν η φτώχεια μπαίνει απο τη πόρτα
η αγάπη βγαίνει απο το παράθυρο'',
το αγαπημένο σου ρητό.

Τότε με παράτησες,
ίσως ποτέ να μη με γνώριζες,
αν δε σε πλησίαζα
να σε κορτάρω σα νεαρός,
ξελύνοντας πειρακτικά τη ποδιά σου,
πίνοντας δίπλα στη φωτιά, ξετυλίγοντας ιστορίες

των άγριων νεανικών σου ημερών
που δε κράτησαν πολύ, για σένα,
αγαπημένη Μόλυ, ομορφότερη γυναίκα του χωριού,
που προσγειώθηκες απότομα θλιβερή και μουδιασμένη
καθώς η θλιβερή βροχή που το μαστίγωνε
τυλίγονταν γύρω απο το κουκούλι του πόνου σου.

Στεκόμενη στον ίδιο διάδρομο,
''Μην έρθεις ξανά'' λές σκληρά,
''Αρχίζω να σε συνηθίζω, Τζόν,
και μετα θα γίνεις καπνός''.
Η σκληρή λογική μιας έρημης γυναίκας
αφήνονταν στο να ναι μόνη.

Και ακόμη, μυστική ευλογία,
ποτέ δεν έμαθα, μέχρι που έφυγες,
οτι, πάντα γύρω απο το λαιμό σου,
φορούσες ένα οβάλ μενταγιόν
με μια παλιά φωτογραφία μέσα του,
ενός μωρού στο Μπρούκλυν. 
                                           John Montague
                                                         Mετάφραση: Iris Verina

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Island of Giglio/Nήσος Τζίλιο


Απόψε θα συνεχίσω την αναφορά μου στον Harold Norse παραθέτοντας ένα απο τα πολύ αγαπημένα μου ποιήματα του. Δε γνωρίζω αν ανήκει στη συλλογή που έχει εκδόσει ο Λειβαδάς και επειδή δεν έχω πρόσβαση σε αυτήν, επιχειρώ δική μου μετάφραση.

Island of Giglio

we sailed into the harbor
all the church bells rang
the main street on the crescent shore
hung iridescent silks from windows
stucco housefronts gleamed
rose, pistachio, peach
and a procession sang
behind a surpliced priest
carrying a burnished Christ
when I set foot on shore
a youth emerged from the crowd
barefoot and olive-skinned
and we climbed up rocky slopes
till dusk fell and close to the moon
at the mouth of a cave we made love
as the sea broke wild beneath the cliff 
                                         Harold Norse

Nήσος Τζίλιο

Πλέαμε προς το λιμάνι
όλες οι καμπάνες χτυπούσαν
ο κεντρικός δρόμος στην φεγγαρόσχημη ακτή
κρεμούσε ιριδίζοντα μεταξωτά απο τα παράθυρα
ασβεστωμένες προσόψεις σπιτιών φωτοβολούσαν
τριαντάφυλλο, φυστίκι, ροδάκινο
και μια πομπή τραγουδούσε
πίσω απο ένα λευκοντυμένο παπά
που κουβαλούσε ένα φωτεινό Χριστό
όταν πάτησα το πόδι μου στην ακτή
ένας νέος αναδύθηκε απο το πλήθος
ξυπόλητος και στεφανωμένος μ'ελιά
και σκαρφαλώσαμε ψηλά σε απόκρυμνες πλαγιές
μέχρι που το σούρουπο έπεσε και πλάι στο φεγγάρι
στο στόμιο μιας σπηλιάς κάναμε έρωτα
καθώς η θάλασσα έσπαγε άγρια κάτω απο το γκρεμό. 
                                                              Harold Norse