Σκουλήκια είναι οι λέξεις μα η χαρά είναι φωνή/άλλος τραβάει για κάτω κι άλλος προς τα πάνω/τα στήθη θα παραμείνουν στήθη και οι μηροί μηροί/τα έργα δεν μπορούν να ονειρευτούν τι μπορούν τα όνειρα να κάνουν/- ο χρόνος είναι δέντρο ( ένα φύλλο αυτή η ζωή )/μα η αγάπη είναι ουρανός κι εγώ είμαι για σένα/για διάστημα μακρύ και ακριβώς τόσο πολύ.
E.E. Cummings, Καθώς η ελευθερία [Απόδοση Γ. Λειβαδάς]


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Irish Poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Irish Poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Electrical storm/ Ηλεκτρική καταιγίδα


Electrical storm
1
And like everything it began with the sea,
That week I spent rinsing myself clean of it,
Upheld by its salts, a tracery of venous weeds
Round my white ankles. There was nothing
Of you in the routes of the sky, those parts
Of the horizon I endured. When I arose

It was from a bed: the weight of the sea fell away.
On that night a storm split the sky in two.
Its tearing entered my dream, entered a room
In which we kissed though I did not know you.
The voice of the storm became your voice,
Its lightning, your eyes’ most delicate veins.

2

At daybreak 1the azure was vacant.
Only a morning mist still clung to the pines
And it seemed a day of no consequence
After a dream-time’s sturm und drang.
But by the evening they’d strung the torches
Out again, and the wine in our glasses

Held the deep glow of their light
And it fell on our faces below the porch,
When we agreed that my country had become
A country of high walls, it fell on your
Prismatic face and it scattered over mine,
And the glass shivered in my hands and broke.
                                                                Caitriona O'Reilly

Ηλεκτρική καταιγίδα

1.
Και όπως όλα, κι αυτό άρχισε με τη θάλασσα,
Εκείνη την εβδομάδα την πέρασα ξεπλένοντας τον εαυτό μου από αυτή,
Στηριζόμενος από τα αλάτια, ίχνη φλεβικών αγριόχορτων
Γύρω από τους άσπρους αστραγάλους μου.  Δεν υπήρχε τίποτα
Από σένα στις διαδρομές του ουρανού, σ’εκείνα τα κομμάτια
Του ορίζοντα που υπέμενα. Όταν σηκώθηκα

Ήταν από ένα κρεβάτι: το βάρος της θάλασσας παραμερίστηκε.
Εκείνη τη νύχτα μια καταιγίδα έσκισε τον ουρανό στα δύο.
Το σκίσιμο εισέβαλε στο όνειρό μου, εισέβαλε σ’ένα δωμάτιο
Στο οποίο φιλιόμασταν αν κ δε σε ήξερα.
Η φωνή της καταιγίδας έγινε δική σου φωνή,
Οι αστραπές της των ματιών σου οι πιο υπέροχες φλέβες.

2.

Στο φώς της μέρας το γαλάζιο ήταν άδειο.
Μόνο μία πρωινή ομίχλη ακόμα κρέμονταν από τα πεύκα
Κι έμοιαζε μια μέρα χωρίς μεγάλη σημασία
Μετά του ονείρου το sturm und drang.
Αλλά ως το βράδυ είχαν καθαρίσει τους πυρσούς
Ξανά, και το κρασί στα ποτήρια μας

Είχε τη βαθειά λάμψη του φωτός τους
Κι έπεφτε στο πρόσωπό μας κατω από τη βεράντα,
Όταν συμφωνήσαμε πως η χώρα μου είχε γίνει
Μια χώρα ψηλών τοίχων, έπεσε πάνω
Στο πρισματικό πρόσωπό σου και κομματιάστηκε πάνω στο δικό μου,
Και το γυαλί του ποτηριού έτριξε στα χέρια μου κι έσπασε.

                                                                                  Kετριόνα Ο' Ρέηλι 




Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Love poem/Eρωτικό Paul Perry


Love poem

not eyes
don't start with the eyes
otherwise they will haunt you
besides you might say smoke
or water or winter
no eyes please

start with say her voice
or her name
or the wy you met
and how everything changed from then on in

the gods gave way
and so on

another love poem
[...]
                                   Paul Perry, The last falcon and small ordinance

Ερωτικό

όχι τα μάτια
μην αρχίζεις με τα μάτια
αλλιώς θα σε στοιχειώσουν
μίλα ίσως για το καπνό
ή το νερό ή το χειμώνα
όχι για τα μάτια παρακαλώ

ξεκίνα μιλώντας για τη φωνή της
ή το όνομά της
ή το πώς βρεθήκατε
και πώς όλα άλλαξαν από τότε

οι θεοί εγκατέλειψαν
κι έτσι

άλλο ένα ερωτικό ποίημα
[...]
                                                            Πώλ Πέρρυ
                                                      Μεταφ: Iris Verina

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Digging/ Σκάβοντας (Υπόμνημα στον Seamus Heaney)



Τoday Seamus Heaney died. He is considered to be one of the most important poets of 20th century. He was born in Northern Ireland and later he moved to Dublin. In 1995 he won the Nobel prize. At the age of 70 he was so popular that the two thirds of the book sales in the entire UK was his books. The Ireland celebrated the event with a 12-hour broadcast of his work. His poetry turns around Ireland. He was very famous for his political poems especially for the Troubles but he also wrote for the nature and mythology of Ireland. When he was asked for the role of poetry in crisis times he replied '' it is precisely at such moments that people realize they need more to live than economics: If poetry and the arts do anything, they can fortify your inner life, your inwardness."



Digging


Between my finger and my thumb
The squat pen rests; snug as a gun.


Under my window, a clean rasping sound
When the spade sinks into gravelly ground:
My father, digging. I look down


Till his straining rump among the flowerbeds
Bends low, comes up twenty years away
Stooping in rhythm through potato drills
Where he was digging.


The coarse boot nestled on the lug, the shaft
Against the inside knee was levered firmly.
He rooted out tall tops, buried the bright edge deep
To scatter new potatoes that we picked,
Loving their cool hardness in our hands.


By God, the old man could handle a spade.
Just like his old man.


My grandfather cut more turf in a day
Than any other man on Toner’s bog.
Once I carried him milk in a bottle
Corked sloppily with paper. He straightened up
To drink it, then fell to right away
Nicking and slicing neatly, heaving sods
Over his shoulder, going down and down
For the good turf. Digging.


The cold smell of potato mould, the squelch and slap
Of soggy peat, the curt cuts of an edge
Through living roots awaken in my head.
But I’ve no spade to follow men like them.


Between my finger and my thumb
The squat pen rests.
I’ll dig with it.

Seamus Heaney (1939–2013) , Death of a Naturalist. 


Σήμερα πέθανε ο Σίμους Χίνεϋ. Υπήρξε ένας απο τους πιο σημαντικούς ποιητές του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στη Βόρεια Ιρλανδία και έζησε στο Δουβλίνο. Το 1995 κέρδισε το βραβείο Νόμπελ. Στα εβδομηκοστά γεννέθλιά του οι πωλήσαν των βιβλιών του έφταναν τα δύο τρίτα των γενικών πωλήσεων σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδική τηλεόραση το γιόρτασε με μια 12ωρη προβολή του έργου του. Η ποιήσή του περιστρέφεται γύρω απο την Ιρλανδία. Έγραψε πολιτικά ποιήματα κυρίως για τα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου αλλα και για τη φύση και τη μυθολογία της Ιρλανδίας. Όταν ρωτήθηκε για την αξία της ποίησης στα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης, απάντησε "ακριβώς σε αυτά τα δύσκολα χρόνια ο άνθρωπος χρειάζεται περισσότερο να ζήσει παρα να κερδίσει και μόνο η ποίηση και η τέχνη πολλαπλασιάζουν τη ζωή μέσα μας''

            Σκάβοντας

Ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρά μου
η χοντροκομμένη πένα στέκεται,
όμοια με όπλο.

Κάτω απο το παράθυρό μου ένας
καθαρός ήχος φτυαρίσματος
όταν η αξίνα βυθίζεται μες στο πετρώδες χώμα:
Ο πατέρας μου, σκάβει. Κοιτάω κάτω

Μέχρι οι τεντωμένοι γλουτοί του ανάμεσα στα παρτέρια
να κυρτώσουν προς τα κάτω, εμφανίζεται είκοσι χρόνια πριν
να σκύβει ρυθμικά στο αυλάκι με τις πατάτες
όπου και έσκαβε.

Η άκομψη μπότα φώλιαζε στο καφάσι, ο μοχλός
με το εσωτερικό του γόνατος κινούνταν σταθερά.
Ξεχορτάριαζε ψηλές κορυφές, έθαβε τη θεσπέσια άκρη βαθιά
για να φυτέψει νέες πατάτες που εμείς διαλέγαμε
λατρεύοντας τη δροσερή κρούστα τους στα χέρια μας.

Μα το θεό, ο γέρος μπορούσε να κουμαντάρει αξίνα.
Ακριβώς όπως και ο γέρος του.

Ο παππούς μου έκοβε περισσότερο άνθρακα τη μέρα
απ'οποιοδήποτε άλλο άντρα στο βάλτο του Τόνερ.
Μια φορά του έφερα γάλα σ'ένα μπουκάλι
τυλιγμένο πρόχειρα με χαρτί. Ίσιωσε
για να το πιεί, και κατευθείαν μετά έπεσε κάτω
για να χαράψει και να κόψει νοικοκυρεμένα, σηκώνοντας παλούκια
πάνω στους ώμους του πηγαίνοντας όλο και πιο κάτω
για τον καλό άνθρακα. Σκάβοντας

Η κρύα μυρωδιά της μουχλιασμένης πατάτας, ο παφλασμός και ο βρόντος
του μουσκεμένου άνθρακα, τα μικρά κοψίματα μιας άκρης
μέσα απο τις ζωντανές ρίζες ξύπνησαν στο κεφάλι μου.
Αλλά δεν έχω αξίνα για ν'ακολουθήσω άνδρες σαν αυτούς.

Ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρά μου
η κοντόχοντρη πένα στέκεται.
Θα σκάψω μ'αυτήν.
                                                     Seamus Heaney (1939–2013), Death of a Naturalist. 
                                                          Μετάφραση Ιris Verina
                                         




Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

the Locket/ To Μενταγιόν - John Montague


John Montague was born in Brooklyn by Irish parents who had immigrated in the U.S.A. Due to financial problems, Montague was raised by two aunts back in Ireland. His writing has to do with personal loss, exile and travel. This poem is autobiographical and dedicated to his mother who gave him away to the aunts.

The Locket 

Sing a last song
for the lady who has gone,
fertile source of guilt and pain.
The worst birth in the annals of Brooklyn,
that was my cue to come on,
my first claim to fame.

Naturally, she longed for a girl,
and all my infant curls of brown
couldn’t excuse my double blunder
coming out the wrong sex,
and the wrong way around.
Not readily forgiven,

So you never nursed me
and when all my father’s songs
couldn’t sweeten the lack of money,
‘when poverty comes throught the door
love flies up your chimney’,
your favourite saying,

Then you gave me away,
might never have known me,
if I had not cycled down
to court you like a young man,
teasingly untying your apron,
drinking by the fire, yarning

Of your wild, young days
which didn’t last long, for you,
lovely Molly, the belle of your small town,
landed up mournful and chill
as the constant rain that lashes it
wound into your cocoon of pain.

Standing in that same hallway,
‘Don’t come again.’ you say, roughly,
‘I start to get fond of you, John,
and then you are up and gone’;
the harsh logic of a forlorn woman
resigned to being alone.

And still, mysterious blessing,
I never knew, until you were gone,
that, always around your neck
you wore an oval locket
with an old picture in it,
of a child in Brooklyn.
                                      John Montague

O Montague γεννήθηκε στο Μπρούκλυν απο Ιρλανδούς γονείς που είχαν μετακομίσει στις ΗΠΑ για οικονομικούς λόγους. Λόγω οικονομικών προβλημάτων οι γονείς του αδυνατούσαν να τον συντηρήσουν και έτσι τον έστειλαν πίσω στην Ιρλανδία όπου και μεγάλωσε με δύο θείες. Εξαιτίας όλων αυτών των περιστατικών η γραφή του έχει να κάνει με προσωπική απώλεια, εξορία και ταξίδια. Το ποίημα που ακολουθεί είναι απο τα πιο γνωστά του και είναι αυτοβιογραφικό και αφιερωμένο στη μητέρα του. 

Το μενταγιόν

Τραγούδα ενα τελευταίο τραγούδι
για την κυρία που έχει φύγει,
την γόνιμη πηγή ενοχής και πόνου.
Η χειρότερη γέννα στα χρονικά του Μπρούκλυν
το παρασύνθημα για να έρθω,
η πρώτη μου αξίωση στη δόξα.

Αναμενόμενη η λαχτάρα της για κορίτσι,
και όλες οι βρεφικές μου καφέ μπούκλες
δε μπορούσαν να συγχωρήσουν
το φρικτό μου λάθος
να βγώ το λάθος φύλο,
και απο τη λάθος μεριά.
Στ'αλήθεια ασυγχώρητο.

Έτσι ποτέ δε με φρόντισες
και όταν όλα τα τραγούδια του πατέρα μου
δε μπορούσαν να γλυκάνουν τα πενιχρά χρήματα,
''όταν η φτώχεια μπαίνει απο τη πόρτα
η αγάπη βγαίνει απο το παράθυρο'',
το αγαπημένο σου ρητό.

Τότε με παράτησες,
ίσως ποτέ να μη με γνώριζες,
αν δε σε πλησίαζα
να σε κορτάρω σα νεαρός,
ξελύνοντας πειρακτικά τη ποδιά σου,
πίνοντας δίπλα στη φωτιά, ξετυλίγοντας ιστορίες

των άγριων νεανικών σου ημερών
που δε κράτησαν πολύ, για σένα,
αγαπημένη Μόλυ, ομορφότερη γυναίκα του χωριού,
που προσγειώθηκες απότομα θλιβερή και μουδιασμένη
καθώς η θλιβερή βροχή που το μαστίγωνε
τυλίγονταν γύρω απο το κουκούλι του πόνου σου.

Στεκόμενη στον ίδιο διάδρομο,
''Μην έρθεις ξανά'' λές σκληρά,
''Αρχίζω να σε συνηθίζω, Τζόν,
και μετα θα γίνεις καπνός''.
Η σκληρή λογική μιας έρημης γυναίκας
αφήνονταν στο να ναι μόνη.

Και ακόμη, μυστική ευλογία,
ποτέ δεν έμαθα, μέχρι που έφυγες,
οτι, πάντα γύρω απο το λαιμό σου,
φορούσες ένα οβάλ μενταγιόν
με μια παλιά φωτογραφία μέσα του,
ενός μωρού στο Μπρούκλυν. 
                                           John Montague
                                                         Mετάφραση: Iris Verina

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

A disused shed in Co.Wexford/ Ένα εγκαταλελειμένο υπόστεγο


Derek Mahon is considered one of the greatest Irish poets. Born in 1941 he is widely know for his crafted verse which deals with everyday life subjects. He was creatively influenced by Auden and MacNeice. His poetry has mainly to do with loneliness and the alienation of people. This characteristic is prominent in his sixth collection ''The Snow Party'' where he describes the life of the outcast. Furthermore one of his main concerns is the place of art in the modern corrupted world. In his collection ''Hunt by the night'' he presents the human as uncivilized and weak against the time and the powers that control the life. Regarding the form, he usually prefers the classical ones.
The following extract comes from the collection ''The Snow Party'' and it descrides one disuded shed of a hotel. As Blake Morisson highly remarks in Times Literary Supplement '' past human aspirations…striving to be remembered and redeemed''.

A Disused Shed in Co. Wexford

Let them not forget us, the weak souls among the asphodels 
Seferis, Mythistorema 

for J. G. Farrell 
[...]
Deep in the grounds of a burnt-out hotel,
Among the bathtubs and the washbasins
A thousand mushrooms crowd to a keyhole.
This is the one star in their firmament
Or frames a star within a star.
What should they do there but desire?
So many days beyond the rhododendrons
With the world waltzing in its bowl of cloud,
They have learnt patience and silence
Listening to the rooks querulous in the high wood.
[...]

He never came back, and light since then
Is a keyhole rusting gently after rain.
Spiders have spun, flies dusted to mildew
And once a day, perhaps, they have heard something –
A trickle of masonry, a shout from the blue
Or a lorry changing gear at the end of the lane.
[...]
                                               Derek Mahon, The Snow Party

Ο Derek Mahon θεωρείται απο τους πιο σπουδαίους Ιρλανδούς ποιητές του 20ου αιώνα. Γεννημένος το 1941 έγινε γνωστός για το περίτεχνο στίχο του που όμως ασχολείται με καθημερινά ζητήματα. Ξεκινώντας στη σκιά της λογοτεχνικής παράδοσης των Auden  και MacNeice, σύντομα τους ξεπέρασε δημιουργικά. Η ποίησή του ασχολείται κυρίως με θέματα μοναξιάς και απομόνωσης των ανθρώπων. Αυτό διαφαίνεται κυρίως απο την έκτη συλλογή του "To χιονισμένο πάρτυ'' όπου ασχολείται κυρίως με τη ζωή απόκληρων. Επίσης τον απασχολεί έντονα η θέση της τέχνης στο σύγχρονο διεφθαρμένο κόσμο. Στη συλλογή του ''Το κυνήγι της νύχτας'' παρουσιάζει τον άνθρωπο ως αχαλιναγώγητο ον και αδύναμο ενάντια στο χρόνο και στις δυνάμεις της ζωής.  Ως προς το στίχο του συνήθως μένει πιστός στις κλασσικές μορφές. 
Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται απο τη συλλογή του "Το χιονισμένο πάρτυ'' και περιγράφει την εικόνα ενός άχρηστου πλέον υπόστεγου ξενοδοχείου. Όπως εξαιρετικά τονίζει ο Blake Morrison στη κριτική του στο Times Literary Supplement ''το ποιήμα πρόκειται για παρελθούσες ανθρώπινες αδυναμίες που πασχίζουν να ζήσουν μέσα απο τη λήθη και να κυριαρχήσουν''.


Ένα εγκαταλελειμένο υπόστεγο στο Co. Wexford
ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια
Γιώργος Σεφέρης, Μυθιστόρημα ΚΔ

για τον J.G.Farrell
[...]
Bαθιά στα θεμελια ενός καμμένο ξενοδοχείου,
ανάμεσα στις μπανιέρες και τους νηπτήρες
εκατοντάδες μανιτάρια στριμόχνωνται σε μια κλειδαρότρυπα.
Αυτό είναι το μοναδικό αστέρι στον ουράνιο θόλο τους
ή πλαισιώνει ένα αστέρι μέσα σ'ένα αστέρι.
Τι να κάνουν εκεί πέρα απο το να επιθυμούν;
Τόσες μέρες κάτω απο τα ροδόδεντρα
με τον κόσμο να χορεύει στο ουράνιο μπόλ του,
έμαθαν να υπομένουν και να σιωπαίνουν
ακούγοντας τις μεμψίμοιρες κουρούνες στο πυκνό δάσος.
[...]
Ποτέ δε γύρισε πίσω και απο τότε το φώς
είναι η κλειδαρότρυπα που σκουριάζει απαλά μετα τη βροχή.
Οι αράχνες πλέκουν, οι μύγες ξεσκονίζουν τη μούχλα 
και μια φορά τη μέρα, ίσως, ακούνε κάτι--
Μια οικοδομική αντλία, ένα ουρλιαχτό στα ξαφνικά
ή ένα λεωφορείο που αλλάζει ταχύτητα στο τέρμα του δρόμου.
                                                                        Derek Mahon, To χιονισμένο πάρτυ




Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Death of an Irishwoman by Michael Hartnett


Michael Hartnett was born in Ireland. He immediately The day he finished school he emigrated
 to England. He wrote in both English and Irish but in 1975 he declared his intention to be writing only in Irish in the future because as he stated ''English is the perfect language to sell pigs in''. However ten years later he returned in English. One of his famous collections is called ''A necklace of Wrens'' which was inspired by some wrens which sat on the head of the poet in his childhood.

Death of an Irishwoman

Ignorant, in the sense
she ate monotonous food
and thought the world was flat,
and pagan, in the sense
she knew the things that moved
at night were neither dogs nor cats
but púcas and darkfaced men,
she nevertheless had fierce pride.
But sentenced in the end
to eat thin diminishing porridge
in a stone-cold kitchen
she clenched her brittle hands
around a world
she could not understand.
I loved her from the day she died.
She was a summer dance at the crossroads.
She was a card game where a nose was broken.
She was a song that nobody sings.
She was a house ransacked by soldiers.
She was a language seldom spoken.
She was a child’s purse, full of useless things.

O Michael Hartnett γεννήθηκε στην Ιρλανδία. Τη μέρα που αποφοίτησε έφυγε να ζήσει στην Αγγλία. Έγραψε και στα Ιρλανδικά και στα Αγγλικά και το 1975 ανακοίνωσε οτι στο εξής θα έγραφε μόνο στα Ιρλανδικά. Δέκα χρόνια αργότερα όμως επέστρεψε στα αγγλικά και μια απο τις πιο γνωστές της συλλογές ήταν 'Ένα μενταγιόν απο Κοράκια' εμπνευσμένο απο ένα περιστατικό της παιδικής του ηλικίας όπου μερικά κοράκια κάθισαν στο κεφάλι του.

Ο Θάνατος μιας Ιρλανδής

Αμαθής στη λογική
εκείνη έτρωγε συνηθισμένο φαγητό
και πίστευε οτι ο κόσμος ήταν επίπεδος,
και λαική, στη λογική
ήξερε οτι τα πράγματα που κινούνται
τη νύχτα ήταν ουτε σκύλοι ουτε γάτες
αλλα πνεύματα και σκοτεινιασμένοι άνθρωποι,
όμως ήταν παρολαυτά λυσσαλέα περήφανη.
Καταδικασμένη
να τρώει αραιό χυλό
σε μιά πέτρινη παγερή κουζίνα
έσφιγγε τα εύθραυστα χέρια της
γυρω απο ένα κόσμο
που δε μπορούσε να καταλάβει.
Την αγάπησα απο τη μέρα που πέθανε.
Ήταν χορεύτρια τα καλοκαίρια στα σταυροδρόμια.
Ήταν παρτίδα όπου υπήρχε σπασμένη μύτη.
Ήταν τραγούδι που κανένας δε τραγουδάει.
Ήταν σπίτι λεηλατημένο απο στρατιώτες.
Ήταν γλώσσα που σπάνια μιλιέται.
Ήταν παιδικό πορτοφόλι, γεμάτο απο χαζά πράγματα.
                                           Michael Hartnett