Σκουλήκια είναι οι λέξεις μα η χαρά είναι φωνή/άλλος τραβάει για κάτω κι άλλος προς τα πάνω/τα στήθη θα παραμείνουν στήθη και οι μηροί μηροί/τα έργα δεν μπορούν να ονειρευτούν τι μπορούν τα όνειρα να κάνουν/- ο χρόνος είναι δέντρο ( ένα φύλλο αυτή η ζωή )/μα η αγάπη είναι ουρανός κι εγώ είμαι για σένα/για διάστημα μακρύ και ακριβώς τόσο πολύ.
E.E. Cummings, Καθώς η ελευθερία [Απόδοση Γ. Λειβαδάς]


Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

Επιστολή προς ΜπλάκΜπέρντ #3

 



    ;              
 
                                                                                                24/2/21

Αγαπημένε Μπλάκμπερντ,


Εκείνο το βράδυ,

έβαλες κρασί και κοίταζες το φεγγάρι.

Άρχισες να μου μιλάς ξανά για έρωτα.

Τα φιλιά στο λεωφορείο

Οι χοροί στις γιορτές

Οι αποχαιρετισμοί στα τρένα.


Μου τα 'χες πει ξανά και ξανά

-- σχεδόν τα'χα αποστηθίσει--

Σ'άφηνα όμως να τα λες.

Κι όσο τα έλεγες τα μάτια σου

γινότουσαν ένα με το φεγγάρι

που βαφτίζει τη θάλασσα χρυσή

και σταγόνα-σταγόνα όλα βάφονται απέραντα

στον Αυγουστιάτικο ουρανο.


                                                                                                                Σε φιλώ

                                                                                                                  Ίριδα


Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

φταίξιμο

 

         


              πλέον περνώ συχνά τη θεωρία του χάους γι’ ατυχία


– δε φταίει ο άλλος που εσύ έχεις κακό εαυτό
είναι μια ωραία αντίδραση στο
μου βγάζει τον κακό μου εαυτό
και μια πεταλούδα φέρνει βροχή στην πόλη

βέβαια
για χάρη ενός ποιήματος βρέχει απόψε
για τον κακό σου τον καιρό
για τον κακό σου εαυτό
για την αναπνοή που δυσκολεύεσαι να πάρεις
μετά το σούπερ μάρκετ
το χασάπη
μετά που σ’ ερωτεύτηκε
-εξόν τις Τρίτες που ‘παιρνε ρεπό-

για χάρη ενός ποιήματος απόψε
σε θυμάμαι

– και για χάρη ενός άλλου σίγουρα θα σε ξεχάσω·


Δημήτρης Αθηνάκης, φτηνό κρεβάτι

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Επιστολή προς ΜπλακΜπέρντ #2




Αγαπητέ ΜπλακΜπέρντ,


Εκείνο το βράδυ,

κάπνιζες το ένα τσιγάρο μετά το άλλο

και με κοίταζες.

Μίλαγες άλλη γλώσσα.

-Έκανα πώς καταλάβαινα-

Η κάπνα και η πίκρα στη γεύση

μιλούσαν πιο δυνατά.

Έβαλα κρασί.

Σε ρώτησα αν ήθελες κι εσύ.

-Έκανες πώς καταλαβαίνεις-

Πήρα το τσιγάρο, πήρες το κρασί.


Κι έτσι περνούσαν οι νύχτες εκείνου του καλοκαιριού στην Αιγαίου

ενώ το φεγγάρι ανέτειλε κι έδυε ρυθμικά

μήπως και προλάβει την ταχύτητα του κόσμου.


Σε φιλώ

Ίριδα

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

μαλακτικό και μέριτο, του Δημήτρη Αθηνάκη

̶  τα ισόγεια της Αθήνας

όχι όλα

ας πούμε αυτά της οδού Αγίου Στυλιανού

στου Γκύζη

μυρίζουν μαλακτικό

και μέριτο

– για τους γιακάδες και τις τσακίσεις-

και πού και πού πετάγεται

η φωνή της Τατιάνας Στεφανίδου

ή εμβατήρια του Κόκκινου Στρατού

-ένας θεός ξέρει γιατί τ’ αναγνωρίζω-


ρούχα απλωμένα μες στο σπίτι

κοντά στο παράθυρο να μην σαπίσουν

εντελώς

μέχρι και η σιδερώστρα δίπλα στο παράθυρο

να μη στάζει ο ιδρώτας στο λαιμό

-η Λίνα τα ‘χει πει αυτά-

και πού και πού ανοίγουν οι κουρτίνες

από ‘να παράθυρο στη γωνία με τη Νέδας

και εμφανίζεται ένα κορίτσι

-έλα σε παρακαλώ-

και εμφανίζεται ένα αγόρι

θα ‘ναι δε θα ‘ναι εικοσιδύο

και κοιτάζει τον τύπο

θα ‘ναι δε θα ‘ναι τριανταέξι

με μάτια κόκκινα

και πάει να πει κάτι μα


δε μιλώ τη γλώσσα του

παρότι κάνω πώς την καταλαβαίνω

-διότι το παν είναι η κατανόηση

όχι η αντίληψη-

τέλος πάντων προφανώς αυτό το αγόρι δεν υπάρχει

αλλά κάθε που περπατώ στην Αγίου Στυλιανού

στη γωνία με τη Νέδας είναι ένα παράθυρο

που θα ταίριαζε σε ένα αγόρι με αυτή την περιγραφή·


Από την ποιητική συλλογή «φτηνό κρεβάτι» του Δημήτρη Αθηνάκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Σπαράγματα Έρωτος


Τα πρωινά πρώτα-πρώτα σ'άρεσε να διαβάζεις τα νέα στο κρεβάτι.
Κι εγώ νυσταγμένη ακόμα σου λεγα πως δε θα υπάρχουν νέα σε τόσο λίγο χρόνο,
τόσο πολύ μίκραινε ο χρόνος μέσα μου
και το μόνο που ακούγονταν ήταν ο ήχος των λεπτών από το μεγάλο ρολόι στο χόλ
που ποτέ κανείς δε θυμάται ότι υπήρχε.

**************

Την άλλη φορά ταξιδεύαμε μαζί με το τρένο.
Δεν είχε καμιά θέση ελεύθερη κι εγώ δεν είχα δουλειά.
Ζαλιζόμασταν και γελούσαμε καθισμένοι στο πάτωμα
και μου λεγες ξανά και ξανά πώς δεν είχα δουλειά.
Δεν ήξερα τι ν'απαντήσω κι απλά γέλαγα και ζαλιζόμουν
με το ρυθμό του τρένου έτσι όπως περνούσε κι άφηνε πίσω του χρόνια
και φεγγάρια ερειπωμένα και θολά όπως τα χνώτα μας,
στο τζάμι του τρένου εκείνο το βροχερό απόγευμα.

Χτες πήρα το τρένο για τη δουλειά. Έβρεχε.
Ποτέ δε ξαναθόλωσαν εκείνα τα τζάμια. Έχω βρει πια δουλειά. Καλημέρα.

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Ποιητική Επιστολή Προς Έρα 3

                                                                                                               




                                                                                                 Ηοxton       4/11/12
Αγαπημένη μου Έρα,
Σου γράφω από το αγαπημένο μου καφέ δίπλα στο σπίτι.
Το σπίτι. Τι περίεργη λέξη. Τώρα πιά το σπίτι μου είναι δω. Χιλιόμετρα μακριά σου.
Ξέρεις η ζωή εδώ είναι πολύ διαφορετική.
Δουλεύουμε για να έρθει το βράδυ και το βράδυ κοιμόμαστε για να δουλεύουμε.
Κι έχουμε κάτι μεγάλα διαλείμματα το μεσημέρι για φαγητό.
Κι εκεί κατάντησε η ζωή μας να βλεπουμε παλιούς φίλους πεταχτά στα lunch breaks και να μετράμε πάνω στα χείλη τους με αλκοόλ  μια μια τις στιγμές που ο μεγάλος μας Έρωτας έφυγε ή δεν ήρθε ακόμα.
Σε ασπάζομαι
Ίριδα

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

The Definition of Things/ Ο Ορισμός των πραγμάτων


The Definition of Things

I have been worrying recently
about the definition of things.

Love, for example, and its absence
and it seems to me that the three phones

I have taken to keeping by my bed at night
are an indication of that,

that there really is no clear way
to be with or without what you love.

They are lined up
like the three of you, mouthpiece to cradle

poised for emergency, or take-off.
And why not,

even on silent mode I can hear their breathing.
I would have been the one to rise to a cough or a snuffle

even when the cots had been moved into quiet rooms of their own.
But there are few rewards to be got

from either too much or too little needing
and these days, with days and hours of distance between us,

I rarely sleep for longer than a few minutes at a time.
I guess what I am trying to say

is that even without lines
or definition, I would not miss your call.
                                                                cheryl moskowitz

Ο Ορισμός των πραγμάτων

Ήμουν ανήσυχη τελευταία
να βρω τον ορισμό των πραγμάτων.

Της αγάπης για παράδειγμα και της απουσίας της
και μου φαίνεται ότι τα τρία τηλέφωνα

που πήρα και κρατώ δίπλα στο κρεβάτι μου τα βράδια
είναι καθαρή ένδειξη αυτού,

ότι δηλαδή δεν υπάρχει πραγματικός τρόπος
να είσαι μαζί ή χωρίς εκείνο που αγαπάς.

Στοιχίζονται
σαν τρία κομμάτια σου, από το ακουστικό ως τη βάση.

σε θέση επιφυλακής ή απογείωσης
και γιατί όχι

ακόμη και στο αθόρυβο μπορώ ν'ακούσω την ανάσα τους.
Εγώ θα ήμουν αυτή που θα σηκωνόταν σε ένα βήχα ή φύσημα της μύτης.

ακόμη κι αν είχαν μετακινηθεί σε ήσυχα δικά τους δωμάτια.
Αλλά υπάρχουν μερικά πλεονεκτήματα

από την είτε τόσο μεγάλη ή τόσο μικρή ανάγκη
και αυτές τις μέρες, με μέρες και ώρες απόστασης μεταξύ μας,

σπάνια κοιμάμαι περισσότερο από μερικά λεπτά τη φορά.
Φαντάζομαι αυτό που προσπαθώ να πω

είναι ότι ακόμα και χωρίς γραμμές
ή ορισμούς δε θα έχανα κλήση σου.

                                         cheryl moskowitz



Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Come, and Be My Baby by Maya Angelou


Come, and Be My Baby


The highway is full of big cars
going nowhere fast
And folks is smoking anything that'll burn
Some people wrap their lies around a cocktail glass
And you sit wondering
where you're going to turn
I got it.
Come. And be my baby.

Some prophets say the world is gonna end tomorrow
But others say we've got a week or two
The paper is full of every kind of blooming horror
And you sit wondering
What you're gonna do.
I got it.
Come. And be my baby.

                                                             by Maya Angelou

Έλα και γίνε το μωρό μου

Ο αυτοκινητόδρομος είναι γεμάτος μεγάλα αυτοκίνητα
που γρήγορα πηγαίνουν στο πουθενά
και παλιόφιλοι καπνίζουν οτιδήποτε εγώ θα κάψω
κάποιοι άνθρωποι τυλίγουν τα ψέμματά τους γύρω απο ένα ποτήρι κοκτέιλ
και εσύ κάθεσαι κι αναρωτιέσαι
που θα στρίψεις
Το βρήκα.
Έλα. Και γίνε το μωρό μου.

Κάποιοι προφήτες λένε ότι κόσμος θα τελειώσει αύριο
αλλά άλλοι λένε πως έχουμε ακόμα μια βδομάδα ή δύο
το χαρτί είναι γεμάτο από κάθε είδος ενοχλητικό τρόμο
και συ κάθεσαι κι αναρωτιέσαι
τι θα κάνεις.
Το βρήκα.
Έλα. Και γίνε το μωρό μου.
                                                         Μάγια Αγγέλου

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

FOUR QUARTETS/ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ

[...]Where is the end of them, the fishermen sailing
into the wind's tail, where the fog cowers?
We cannot think of a time that is oceanless
or of an ocean not littered with wastage
or of a future that is not liable
like the past, to have no destination.
[...]
                                                                               T.S.ELIOT
[...]Που νάχουν τέλος οι ψαράδες που αρμενίζουν
στου ανέμου την ουρά, όπου κουρνιάζει η ομίχλη;
Χρόνο δε μπορούμε να σκαφτούμε δίχως νάχει ωκεανό
ή ωκεανό αμόλυντο απο απώλειες
ή κάποιο μέλλον που να μην έχει ευθύνη
σαν και το παρελθόν, στην απουσία προορισμού.
[...]
                                                                     T.Σ.ΕΛΙΟΤ

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

FOR ONE NIGHT ONLY/Για μια νύχτα μόνο


FOR ONE NIGHT ONLY

When they parted they shook hands –
More final than a kiss –
In the early hours of morning
In the middle of the street.

They’d met by chance, both of them blurred by drink,
The music loud and lecherous,
The night-time heavy with the promise of debauch,
Delightful, dangerous, disreputable, delicious.

He caught her eye. There was nothing to be said.
So nothing was said. They danced, then
Hand in hand they slipped out to the beach.
The night was long. They didn’t feel the cold.
The sea was blind and unconcerned,
No one came to interrupt the peace.

They lay on their clothes, sand in their hair,
Sand on their thighs and feet.
The stars ignored them. They in turn
Ignored the sea and stars. Time slowed
The tide turned. They stifled their cries,
Crammed into seven hours enough for seven years.

He was leaving. She, too, was on her way.
They parted very early in the morning, shaking hands –
More final than a kiss – in the early hours of morning
In the middle of the street.

Louis de Bernières

Για μια νύχτα μόνο

Όταν αποχωρίστηκαν έδωσαν τα χέρια--
πιο τελεσίδικο απ' ένα φιλί--
τις πρώτες πρωινές ώρες
στη μέση του δρόμου.

Γνωρίστηκαν τυχαία, και οι δύο θολωμένοι από ποτό
η μουσική εκκωφαντική και λάγνα
η βραδιά βαριά με την υπόσχεση της ακολασίας
ξέφρενη, επικίνδυνη, ανυπόληπτη, πιπεράτη.

Της τράβηξε τη προσοχή. Δεν είχαν τίποτα να πουν.
Έτσι δεν είπαν τίποτα. Χόρεψαν κι έπειτα
χέρι-χέρι ξεγλίστρησαν στη παραλία.
Η νύχτα ήταν μακρά. Δεν ένιωθαν το κρύο.
Η θάλασσα ήταν τυφλή κι αδιάφορη.
Κανείς δεν ήρθε να ταράξει την ηρεμία.

Ξάπλωσαν στα ρούχα τους, άμμος στα μαλλιά τους,
Άμμος στους μηρούς και τα πόδια.
Τα αστέρια τους αγνοούσαν. Κι εκείνοι με τη σειρά τους
αγνοούσαν τη θάλασσα και τ' αστέρια. Ο χρόνος βράδυνε.
Η παλίρροια άλλαξε πορεία. Έπνιξαν τα κλάμματά τους
στριμώχνοντας επτά χρόνια σε επτά ώρες.

Εκείνος έφευγε. Εκείνη επίσης ήταν στο δρόμο.
Αποχωρίστηκαν πολύ νωρίς το πρωί δίνοντας τα χέρια--
πιο τελεσίδικο απ' ένα φιλί--τις πρώτες πρωινές ώρες
στη μέση του δρόμου.

Louis de Bernières

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Η Συναυλία των Γυακίνθων ΙΧ

"Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο από εκείνο που βρήκα και μιμήθηκα σε Σένα"
                                                                                                Οδ.Ελύτης

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Sorting Through / Ξεδιαλύνοντας


Sorting Through

The moment she died, my mother's dance dresses
turned from the colours they really were
to the colours I imagine them to be.
I can feel the weight of bumptoed silver shoes
swinging from their anklestraps as she swaggers
up the path towards her dad, light-headed
from airman's kisses. Here, at what I'll have to learn
To call my father's house, yes every
ragbag scrap of duster prints her even more vivid
than an Ilford snapshot on some seafront
in a white cardigan and that exact frock.
Old lipsticks. Liquid stockings.
Labels like Harella, Gor-ray, Berketex.
As I manhandle whole outfits into binbags for Oxfam
every mote in my eye is a utility mark
and this is useful:
the sadness of dispossessed dresses,
the decency of good coats roundshouldered
in the darkness of wardrobes,
the gravitas of labels,
the invisible danders of skin fizzing off from them
like all that life that will not neatly end.

                                          Liz Lochhead
Ξεδιαλύνοντας

Από την ώρα που πέθανε, τα φορέματα χορού της μητέρας μου
άλλαξαν απ' τα χρώματα που ήταν
στα χρώματα που εγώ φανταζόμουν να είναι.
Μπορώ να νιώσω το βάρος των σφιχτών ασημένιων παπουτσιών
να κρέμεται απ' τα κορδόνια καθώς εκείνη κορδώνεται
στο μονοπάτι προς τον πατέρα της, ελαφρόμυαλη
απ' τα φιλιά του αεροπόρου. Εδώ, σ'αυτό που πρέπει να μάθω
ν'αποκαλώ σπίτι του πατέρα μου, ναι κάθε ξεσκονόπανο την αποτυπώνει
ακόμα πιο έντονα από μια φωτογραφία της στιγμής στο Ίλφορντ μπροστά απο κάποια ακροθαλασσιά
με μια άσπρη πλεκτή ζακέτα και εκείνο ακριβώς το φόρεμα.
Παλιά κραγιόν. Υγρά καλσόν.
Μάρκες όπως Harella, Go-ray, Berketex.
Και όπως κακομεταχειρίζομαι τόσα ρούχα κάνοντάς τα σκουπίδια για το Οxfam,
κάθε μόριο του ματιού είναι ένα ωφέλιμο σημάδι
και αυτό είναι χρήσιμο:
η λύπη πεταμένων φορεμάτων
η κοσμιότητα καλών παλτών με βάτες
στο σκοτάδι της ντουλάπας,
η βαρύτητα των γιακάδων,
η αόρατη οργή της σάρκας που ξεθυμαίνει απ'αυτά
όπως όλη εκείνη η ζωή που δε θα τελειώσει απλά.

                                                           Λιζ Λόχεντ




Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

The Aunts / Oι θείες


The Aunts

I like it when they get together
and talk in voices that sound
like apple trees and grape vines,

and some of them wear hats
and go to Arizona in the winter,
and they all like to play cards.

They will always be the ones
who say 'It is time to go now,'
even as we linger at the door,

or stand by the waiting cars, they
remember someone—an uncle we
never knew—and sigh, all

of them together, like wind
in the oak trees behind the farm
where they grew up—a place

I remember—especially
the hen house and the soft
clucking that filled the sunlit yard.
Joyce Sutphen

from First Words  (Red Dragonfly, 2010)

Οι θείες

Μου αρέσει όταν μαζεύονται
και μιλάνε με φωνές που ακούγονται
σα μηλιές και κλήματα.

και μερικές απ' αυτές φοράνε καπέλα
και πάνε στην Αριζόνα το χειμώνα
και τους αρέσει να παίζουν χαρτιά.

Θα είναι πάντα εκείνες
που θα λένε 'Είναι ώρα να φύγουμε τώρα',
ακόμα κι αν εμείς χρονοτριβούμε στη πόρτα

ή στεκόμαστε στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, εκείνες
θα θυμηθούν --ένα θείο
που ποτέ δε ξέραμε-- και θα αρχίσουν να γνέφουν

όλες τους μαζί, σαν άνεμος
στις βελανιδιές πίσω απ' τη φάρμα
όπου μεγάλωσαν-- ένα μέρος που ακόμη

θυμάμαι-- ειδικά
το κοτέτσι και το απαλό
κακάρισμα που γέμιζε την ηλιόλουστη αυλή.
                                                                  Joyce Sutphen

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Parent's Pantoum / Το παντούμ των γονέων


Parent's Pantoum

  for Maxine Kumin

Where did these enormous children come from,
More ladylike than we have ever been?
Some of ours look older than we feel.
How did they appear in their long dresses

More ladylike than we have ever been?
But they moan about their aging more than we do,
In their fragile heels and long black dresses.
They say they admire our youthful spontaneity.

They moan about their aging more than we do,
A somber group--why don't they brighten up?
Though they say they admire our youthful spontaneity
They beg us to be dignified like them

As they ignore our pleas to brighten up.
Someday perhaps we'll capture their attention
Then we won't try to be dignified like them
Nor they to be so gently patronizing.

Someday perhaps we'll capture their attention.
Don't they know that we're supposed to be the stars?
Instead they are so gently patronizing.
It makes us feel like children--second-childish?

Perhaps we're too accustomed to be stars.
The famous flowers glowing in the garden,
So now we pout like children. Second-childish?
Quaint fragments of forgotten history?

Our daughters stroll together in the garden,
Chatting of news we've chosen to ignore,
Pausing to toss us morsels of their history,
Not questions to which only we know answers.

Eyes closed to news we've chosen to ignore,
We'd rather excavate old memories,
Disdaining age, ignoring pain, avoiding mirrors.
Why do they never listen to our stories?

Because they hate to excavate old memories
They don't believe our stories have an end.
They don't ask questions because they dread the answers.
They don't see that we've become their mirrors,

We offspring of our enormous children.

                                           Carolyn Kizer

Το παντούμ των γονέων

Από που ήρθαν αυτά τα θεόρατα παιδιά,
τα πιο θηλυπρεπή απ'όσο ήμασταν ποτέ;
Κάποιοι από μας φαινόμαστε πιο γερασμένοι απ'ότι νιώθουμε.
Πώς εμφανίστηκαν με τα μακριά φορέματά τους

πιο θηλυπρεπή απ'όσο ήμασταν ποτέ;
Αλλά αυτά ουρλιάζουν για τα γηρατειά πιο πολύ απ'ότι εμείς,
πάνω στα εύθραυστα τακούνια και τα μακριά μαύρα φορέματα.
Λένε θαυμάζουν την εφηβική παρόρμησή μας.

Αυτά ουρλιάζουν για τα γηρατειά πιο πολύ  απ'ότι εμείς,,
μιά σκοτεινή ομάδα- γιατί δεν φωτίζονται;
Αν και λένε ότι θαυμάζουν την εφηβική παρόρμησή μας,
μας ικετεύουν να είμαστε αξιοπρεπείς σαν αυτά

ενώ αγνοούν τις ικεσίες μας να φωτιστούν.
Κάποια μέρα ίσως τραβήξουμε τη προσοχή τους
και τότε δε θα προσπαθούμε να είμαστε αξιοπρεπείς σαν αυτά
ούτε εκείνα να βρίσκουν στήριξη.

Κάποια μέρα ίσως τραβήξουμε τη προσοχή τους
δεν ξέρουν ότι θα πρεπε να 'μαστε τα άστρα;
Αντι γι'αυτό υποστηρίζονται υπερβολικά καλά.
Μας κάνει να νιώθουμε σαν παιδιά- παλιπαιδισμός;

Ισως είμαστε υπερβολικά συνηθισμένοι να 'μαστε άστρα,
τα πασίγνωστα λουλούδια που λάμπουν στο κήπο,
έτσι τώρα στραβομουτσουνιάζουμε σα παιδιά. Παλιπαιδισμός;
Αλλόκοτα θρύψαλα ξεχασμένης ιστορίας;

Οι κόρες μας κάνουν περίπατο μαζί στο κήπο,
κουβεντιάζοντας τα νέα που εμείς επιλέξαμε να αγνοήσουμε,
σταματώντας για να μας πετάξουν άτσαλα κομματάκια από τη δική τους ιστορία,
χωρίς ερωτήσεις που μόνο εμείς ξέρουμε την απάντηση.

Τα μάτια κλειστά σε νέα που εμείς επιλέξαμε να αγνοούμε,
θα προτιμούσαμε να ανασκάπτουμε παλιές μνήμες,
περιφρονώντας την ηλικία, αγνοώντας τον πόνο, αποφεύγοντας τους καθρέπτες.
Γιατί ποτέ δεν ακούν τις δικές μας ιστορίες;

Επειδή μισούν να ανασκάπτουμε παλιές μνήμες,
δεν πιστεύουν ότι οι ιστορίες μας έχουν τέλος.
Δεν ρωτούν ερωτήσεις επειδή τρέμουν την απάντηση.
Δεν βλέπουν ότι έχουμε γίνει οι καθρέπτες τους,

εμείς τα βλαστάρια των θεόρατων παιδιών μας.
                                                                  Καρολάιν Κάιζα

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Electrical storm/ Ηλεκτρική καταιγίδα


Electrical storm
1
And like everything it began with the sea,
That week I spent rinsing myself clean of it,
Upheld by its salts, a tracery of venous weeds
Round my white ankles. There was nothing
Of you in the routes of the sky, those parts
Of the horizon I endured. When I arose

It was from a bed: the weight of the sea fell away.
On that night a storm split the sky in two.
Its tearing entered my dream, entered a room
In which we kissed though I did not know you.
The voice of the storm became your voice,
Its lightning, your eyes’ most delicate veins.

2

At daybreak 1the azure was vacant.
Only a morning mist still clung to the pines
And it seemed a day of no consequence
After a dream-time’s sturm und drang.
But by the evening they’d strung the torches
Out again, and the wine in our glasses

Held the deep glow of their light
And it fell on our faces below the porch,
When we agreed that my country had become
A country of high walls, it fell on your
Prismatic face and it scattered over mine,
And the glass shivered in my hands and broke.
                                                                Caitriona O'Reilly

Ηλεκτρική καταιγίδα

1.
Και όπως όλα, κι αυτό άρχισε με τη θάλασσα,
Εκείνη την εβδομάδα την πέρασα ξεπλένοντας τον εαυτό μου από αυτή,
Στηριζόμενος από τα αλάτια, ίχνη φλεβικών αγριόχορτων
Γύρω από τους άσπρους αστραγάλους μου.  Δεν υπήρχε τίποτα
Από σένα στις διαδρομές του ουρανού, σ’εκείνα τα κομμάτια
Του ορίζοντα που υπέμενα. Όταν σηκώθηκα

Ήταν από ένα κρεβάτι: το βάρος της θάλασσας παραμερίστηκε.
Εκείνη τη νύχτα μια καταιγίδα έσκισε τον ουρανό στα δύο.
Το σκίσιμο εισέβαλε στο όνειρό μου, εισέβαλε σ’ένα δωμάτιο
Στο οποίο φιλιόμασταν αν κ δε σε ήξερα.
Η φωνή της καταιγίδας έγινε δική σου φωνή,
Οι αστραπές της των ματιών σου οι πιο υπέροχες φλέβες.

2.

Στο φώς της μέρας το γαλάζιο ήταν άδειο.
Μόνο μία πρωινή ομίχλη ακόμα κρέμονταν από τα πεύκα
Κι έμοιαζε μια μέρα χωρίς μεγάλη σημασία
Μετά του ονείρου το sturm und drang.
Αλλά ως το βράδυ είχαν καθαρίσει τους πυρσούς
Ξανά, και το κρασί στα ποτήρια μας

Είχε τη βαθειά λάμψη του φωτός τους
Κι έπεφτε στο πρόσωπό μας κατω από τη βεράντα,
Όταν συμφωνήσαμε πως η χώρα μου είχε γίνει
Μια χώρα ψηλών τοίχων, έπεσε πάνω
Στο πρισματικό πρόσωπό σου και κομματιάστηκε πάνω στο δικό μου,
Και το γυαλί του ποτηριού έτριξε στα χέρια μου κι έσπασε.

                                                                                  Kετριόνα Ο' Ρέηλι 




Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Today I am a new man /Σήμερα, είμαι καινούριος



TODAY, I AM A NEW MAN


Today, I am a new man,
a stranger in the town that bore me.

How simple it is to become a ghost -
just one word, one gesture, and we slip

through the fretwork of other people’s lives
as easily as water through a stone.

Gradually, my heart sheds its weight,
this once familiar rock has hatched a swallow.

Just for today, if I were to pass myself in the street,
I wouldn’t even raise my hat, or say hello.
                                          John Glenday

Σήμερα, είμαι καινούριος

Σήμερα, είμαι καινούργιος,
ένας ξένος μέσα στη πόλη που με κάνει να βαριέμαι.

Πόσο απλό είναι να γίνεις ένα φάντασμα-
μόνο μία λέξη, μία κίνηση, κι εμείς γλιστράμε

μέσα στους μενάνδρους της ζωής των άλλων
τόσο εύκολα όπως το νερό μέσα από μιά πέτρα.

Σταδιακά,η καρδιά μου αποβάλλει το βάρος της,
αυτός ο άλλοτε γνωστός βράχος έχει εκκολάψει ένα χελιδόνι.

Μόνο για σήμερα, αν ήταν να προσπεράσω τον εαυτό μου στο δρόμο,
δε θα σήκωνα ούτε το καπέλο μου ούτε θα έλεγα γειά.
                                                              Τζόν Γκλεντάι
                                                        Μεταφρ. Iris Verina        






Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

Σεφέρης- αλληλογραφία προς την Μάρω

“πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω-γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου-δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..”

“ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Aυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει”

“μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί…Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.”

“αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.”

“Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει “Σταμάτησε. Σταμάτησε”. Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.
-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….”

“…Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.”

“Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου.
Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.”

“κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως , αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο”
όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπο του, πρέπει να βρεί τρόπο να μην ξυπνά ποτέ του…”

“…μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…”

“..είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις..”

“μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.”

“τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..”

“Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή-ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου-είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα”

“Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα-ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη-θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν…φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.”

“όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….”

“Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…”

“…Αν είχα χρήματα, λες.
Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα.
Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…”

“…Χτές πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα απο τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄είχε πάρει ο ύπνος.”

“…ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;”

“…σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…”

“Σε συλλογίζομαι.
Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις.
Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι.
Κάποτε βαριά….”

“αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία”

“και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν”

“όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;”

“αγάπη μου, θα με συγχωρήσεις γι’ αυτά, που είναι δύσκολο να ειπωθούν σε μια γυναίκα. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχει πεποίθηση στα συναισθήματά του όταν τα πνίγει η επιθυμία η σωματική, όπως συμβαίνει τώρα μ’ εμένα”

“πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω , δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;”

“θα ήθελα τρείς μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…”

“φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ..”

“ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…”

“δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα-κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα”
                                                                                    Γιώργος Σεφέρης


Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Metamorphosis/ Μεταμόρφωση


Metamorphosis

Since you died, I notice
the outside seeping in.
There is the smell of damp in my chair.
My skin hangs in loose bracelets of bark
and my fingers scratch against my face
like a branch walked into.
A numbness is spreading up my cold ankles
as my locked feet take root.
The hands on my watch stand
motionless as deer against trees,
pulling away with long slow strides
dragging the nights into silent days.
I call out, like a startled jay
clattering up the canopyloi
of leaves closing over me
as I search the woodland paths
for traces of you.

                                 -Caroline Smith-

    Μεταμόρφωση

Από τότε που πέθανες, παρατηρώ
ότι τα έξω μέσα σταλάζουν.
Mυρίζει υγρασία η καρέκλα μου.
To δέρμα μου κρέμεται σα χαλαρά βραχιόλια απο φλοιό δέντρου
και τα δάχτυλά μου γρατζουνίζουν το πρόσωπό μου
σαν ένα κλαδί που απλά μπλέχτηκε.
Ένα μούδιασμα απλώνεται ως τους κρύους αστραγάλους μου
καθώς τα κλειδωμένα πόδια μου βγάζουν ρίζες.
Tα χέρια στο ρολόι μου κάθονται
ακίνητα σαν ελάφια στα κλαδιά
φεύγοντας με μακρές αργές δρασκελιές
σέρνοντας τις νύχτες στις ήσυχες μέρες.
Φωνάζω, σα τρομαγμένη καρακάξα
χτυπώντας δυνατά κάτω τα πόδια μου μέσα στον σωρό
από φύλλα που με κυκλώνει
καθώς εξερευνώ τα μονοπάτια του δάσους
για ίχνη από σένα.

                                                   Καρολάιν Σμλιθ
                                                     Μτφ Iris Verina