http://www.thecadaverine.com/?p=8251
Worms are the words but joy's the voice/ down shall go which and up come who/breasts will be breasts thighs will be thighs/ deeds cannot dream what dreams can do/-time is a tree(this life one leaf)/ but love is the sky and i am for you/ just so long and long enough. E.E. Cummings,as freedom
Σκουλήκια είναι οι λέξεις μα η χαρά είναι φωνή/άλλος τραβάει για κάτω κι άλλος προς τα πάνω/τα στήθη θα παραμείνουν στήθη και οι μηροί μηροί/τα έργα δεν μπορούν να ονειρευτούν τι μπορούν τα όνειρα να κάνουν/- ο χρόνος είναι δέντρο ( ένα φύλλο αυτή η ζωή )/μα η αγάπη είναι ουρανός κι εγώ είμαι για σένα/για διάστημα μακρύ και ακριβώς τόσο πολύ.
E.E. Cummings, Καθώς η ελευθερία [Απόδοση Γ. Λειβαδάς]
Ετικέτες
- Αδημοσίευτα/ Unpublished (15)
- Μεταφράσεις (31)
- ποιητικές επιστολές (5)
- American poetry (16)
- Brian Patten (1)
- Derek Mahon (1)
- English poetry (15)
- Greek poetry (9)
- Harold Norse (4)
- Irish Poetry (6)
- Jean Sprackland (1)
- Love/Έρωτας (16)
- Martha Kapos (1)
- Michael Hartnett (1)
- My favourite poems (34)
- Poets and Authors/ Ποιητές και Συγγραφείς (13)
- Sylvia Plath (1)
- The time/O xρόνος (5)
- translations (14)
Δευτέρα 28 Απριλίου 2014
Σάββατο 19 Απριλίου 2014
Η Συναυλία των Γυακίνθων ΙΧ
"Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο από εκείνο που βρήκα και μιμήθηκα σε Σένα"
Οδ.Ελύτης
Οδ.Ελύτης
Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014
Sorting Through / Ξεδιαλύνοντας
Sorting Through
The moment she died, my mother's dance dresses
turned from the colours they really were
to the colours I imagine them to be.
I can feel the weight of bumptoed silver shoes
swinging from their anklestraps as she swaggers
up the path towards her dad, light-headed
from airman's kisses. Here, at what I'll have to learn
To call my father's house, yes every
ragbag scrap of duster prints her even more vivid
than an Ilford snapshot on some seafront
in a white cardigan and that exact frock.
Old lipsticks. Liquid stockings.
Labels like Harella, Gor-ray, Berketex.
As I manhandle whole outfits into binbags for Oxfam
every mote in my eye is a utility mark
and this is useful:
the sadness of dispossessed dresses,
the decency of good coats roundshouldered
in the darkness of wardrobes,
the gravitas of labels,
the invisible danders of skin fizzing off from them
like all that life that will not neatly end.
Liz Lochhead
Ξεδιαλύνοντας
Από την ώρα που πέθανε, τα φορέματα χορού της μητέρας μου
άλλαξαν απ' τα χρώματα που ήταν
στα χρώματα που εγώ φανταζόμουν να είναι.
Μπορώ να νιώσω το βάρος των σφιχτών ασημένιων παπουτσιών
να κρέμεται απ' τα κορδόνια καθώς εκείνη κορδώνεται
στο μονοπάτι προς τον πατέρα της, ελαφρόμυαλη
απ' τα φιλιά του αεροπόρου. Εδώ, σ'αυτό που πρέπει να μάθω
ν'αποκαλώ σπίτι του πατέρα μου, ναι κάθε ξεσκονόπανο την αποτυπώνει
ακόμα πιο έντονα από μια φωτογραφία της στιγμής στο Ίλφορντ μπροστά απο κάποια ακροθαλασσιά
με μια άσπρη πλεκτή ζακέτα και εκείνο ακριβώς το φόρεμα.
Παλιά κραγιόν. Υγρά καλσόν.
Μάρκες όπως Harella, Go-ray, Berketex.
Και όπως κακομεταχειρίζομαι τόσα ρούχα κάνοντάς τα σκουπίδια για το Οxfam,
κάθε μόριο του ματιού είναι ένα ωφέλιμο σημάδι
και αυτό είναι χρήσιμο:
η λύπη πεταμένων φορεμάτων
η κοσμιότητα καλών παλτών με βάτες
στο σκοτάδι της ντουλάπας,
η βαρύτητα των γιακάδων,
η αόρατη οργή της σάρκας που ξεθυμαίνει απ'αυτά
όπως όλη εκείνη η ζωή που δε θα τελειώσει απλά.
Λιζ Λόχεντ
Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014
The Aunts / Oι θείες
The Aunts
I like it when they get together
and talk in voices that sound
like apple trees and grape vines,
and some of them wear hats
and go to Arizona in the winter,
and they all like to play cards.
They will always be the ones
who say 'It is time to go now,'
even as we linger at the door,
or stand by the waiting cars, they
remember someone—an uncle we
never knew—and sigh, all
of them together, like wind
in the oak trees behind the farm
where they grew up—a place
I remember—especially
the hen house and the soft
clucking that filled the sunlit yard.
Joyce Sutphen
from First Words (Red Dragonfly, 2010)
Οι θείες
Μου αρέσει όταν μαζεύονται
και μιλάνε με φωνές που ακούγονται
σα μηλιές και κλήματα.
και μερικές απ' αυτές φοράνε καπέλα
και πάνε στην Αριζόνα το χειμώνα
και τους αρέσει να παίζουν χαρτιά.
Θα είναι πάντα εκείνες
που θα λένε 'Είναι ώρα να φύγουμε τώρα',
ακόμα κι αν εμείς χρονοτριβούμε στη πόρτα
ή στεκόμαστε στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, εκείνες
θα θυμηθούν --ένα θείο
που ποτέ δε ξέραμε-- και θα αρχίσουν να γνέφουν
όλες τους μαζί, σαν άνεμος
στις βελανιδιές πίσω απ' τη φάρμα
όπου μεγάλωσαν-- ένα μέρος που ακόμη
θυμάμαι-- ειδικά
το κοτέτσι και το απαλό
κακάρισμα που γέμιζε την ηλιόλουστη αυλή.
Joyce Sutphen
Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014
Parent's Pantoum / Το παντούμ των γονέων
Parent's Pantoum
for Maxine Kumin
Where did these enormous children come from,
More ladylike than we have ever been?
Some of ours look older than we feel.
How did they appear in their long dresses
More ladylike than we have ever been?
But they moan about their aging more than we do,
In their fragile heels and long black dresses.
They say they admire our youthful spontaneity.
They moan about their aging more than we do,
A somber group--why don't they brighten up?
Though they say they admire our youthful spontaneity
They beg us to be dignified like them
As they ignore our pleas to brighten up.
Someday perhaps we'll capture their attention
Then we won't try to be dignified like them
Nor they to be so gently patronizing.
Someday perhaps we'll capture their attention.
Don't they know that we're supposed to be the stars?
Instead they are so gently patronizing.
It makes us feel like children--second-childish?
Perhaps we're too accustomed to be stars.
The famous flowers glowing in the garden,
So now we pout like children. Second-childish?
Quaint fragments of forgotten history?
Our daughters stroll together in the garden,
Chatting of news we've chosen to ignore,
Pausing to toss us morsels of their history,
Not questions to which only we know answers.
Eyes closed to news we've chosen to ignore,
We'd rather excavate old memories,
Disdaining age, ignoring pain, avoiding mirrors.
Why do they never listen to our stories?
Because they hate to excavate old memories
They don't believe our stories have an end.
They don't ask questions because they dread the answers.
They don't see that we've become their mirrors,
We offspring of our enormous children.
Carolyn Kizer
Το παντούμ των γονέων
Από που ήρθαν αυτά τα θεόρατα παιδιά,
τα πιο θηλυπρεπή απ'όσο ήμασταν ποτέ;
Κάποιοι από μας φαινόμαστε πιο γερασμένοι απ'ότι νιώθουμε.
Πώς εμφανίστηκαν με τα μακριά φορέματά τους
πιο θηλυπρεπή απ'όσο ήμασταν ποτέ;
Αλλά αυτά ουρλιάζουν για τα γηρατειά πιο πολύ απ'ότι εμείς,
πάνω στα εύθραυστα τακούνια και τα μακριά μαύρα φορέματα.
Λένε θαυμάζουν την εφηβική παρόρμησή μας.
Αυτά ουρλιάζουν για τα γηρατειά πιο πολύ απ'ότι εμείς,,
μιά σκοτεινή ομάδα- γιατί δεν φωτίζονται;
Αν και λένε ότι θαυμάζουν την εφηβική παρόρμησή μας,
μας ικετεύουν να είμαστε αξιοπρεπείς σαν αυτά
ενώ αγνοούν τις ικεσίες μας να φωτιστούν.
Κάποια μέρα ίσως τραβήξουμε τη προσοχή τους
και τότε δε θα προσπαθούμε να είμαστε αξιοπρεπείς σαν αυτά
ούτε εκείνα να βρίσκουν στήριξη.
Κάποια μέρα ίσως τραβήξουμε τη προσοχή τους
δεν ξέρουν ότι θα πρεπε να 'μαστε τα άστρα;
Αντι γι'αυτό υποστηρίζονται υπερβολικά καλά.
Μας κάνει να νιώθουμε σαν παιδιά- παλιπαιδισμός;
Ισως είμαστε υπερβολικά συνηθισμένοι να 'μαστε άστρα,
τα πασίγνωστα λουλούδια που λάμπουν στο κήπο,
έτσι τώρα στραβομουτσουνιάζουμε σα παιδιά. Παλιπαιδισμός;
Αλλόκοτα θρύψαλα ξεχασμένης ιστορίας;
Οι κόρες μας κάνουν περίπατο μαζί στο κήπο,
κουβεντιάζοντας τα νέα που εμείς επιλέξαμε να αγνοήσουμε,
σταματώντας για να μας πετάξουν άτσαλα κομματάκια από τη δική τους ιστορία,
χωρίς ερωτήσεις που μόνο εμείς ξέρουμε την απάντηση.
Τα μάτια κλειστά σε νέα που εμείς επιλέξαμε να αγνοούμε,
θα προτιμούσαμε να ανασκάπτουμε παλιές μνήμες,
περιφρονώντας την ηλικία, αγνοώντας τον πόνο, αποφεύγοντας τους καθρέπτες.
Γιατί ποτέ δεν ακούν τις δικές μας ιστορίες;
Επειδή μισούν να ανασκάπτουμε παλιές μνήμες,
δεν πιστεύουν ότι οι ιστορίες μας έχουν τέλος.
Δεν ρωτούν ερωτήσεις επειδή τρέμουν την απάντηση.
Δεν βλέπουν ότι έχουμε γίνει οι καθρέπτες τους,
εμείς τα βλαστάρια των θεόρατων παιδιών μας.
Καρολάιν Κάιζα
Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014
Electrical storm/ Ηλεκτρική καταιγίδα
Electrical storm
1
And like everything it began with the sea,
That week I spent rinsing myself clean of it,
Upheld by its salts, a tracery of venous weeds
Round my white ankles. There was nothing
Of you in the routes of the sky, those parts
Of the horizon I endured. When I arose
It was from a bed: the weight of the sea fell away.
On that night a storm split the sky in two.
Its tearing entered my dream, entered a room
In which we kissed though I did not know you.
The voice of the storm became your voice,
Its lightning, your eyes’ most delicate veins.
2
At daybreak 1the azure was vacant.
Only a morning mist still clung to the pines
And it seemed a day of no consequence
After a dream-time’s sturm und drang.
But by the evening they’d strung the torches
Out again, and the wine in our glasses
Held the deep glow of their light
And it fell on our faces below the porch,
When we agreed that my country had become
A country of high walls, it fell on your
Prismatic face and it scattered over mine,
And the glass shivered in my hands and broke.
Caitriona O'Reilly
Ηλεκτρική καταιγίδα
1.
Και όπως όλα, κι αυτό άρχισε με τη θάλασσα,
Εκείνη την εβδομάδα την πέρασα ξεπλένοντας τον εαυτό μου από αυτή,
Στηριζόμενος από τα αλάτια, ίχνη φλεβικών αγριόχορτων
Γύρω από τους άσπρους αστραγάλους μου. Δεν υπήρχε τίποτα
Από σένα στις διαδρομές του ουρανού, σ’εκείνα τα κομμάτια
Του ορίζοντα που υπέμενα. Όταν σηκώθηκα
Ήταν από ένα κρεβάτι: το βάρος της θάλασσας παραμερίστηκε.
Εκείνη τη νύχτα μια καταιγίδα έσκισε τον ουρανό στα δύο.
Το σκίσιμο εισέβαλε στο όνειρό μου, εισέβαλε σ’ένα δωμάτιο
Στο οποίο φιλιόμασταν αν κ δε σε ήξερα.
Η φωνή της καταιγίδας έγινε δική σου φωνή,
Οι αστραπές της των ματιών σου οι πιο υπέροχες φλέβες.
2.
Στο φώς της μέρας το γαλάζιο ήταν άδειο.
Μόνο μία πρωινή ομίχλη ακόμα κρέμονταν από
τα πεύκα
Κι έμοιαζε μια μέρα χωρίς μεγάλη σημασία
Μετά του ονείρου το sturm und drang.
Αλλά ως το βράδυ είχαν καθαρίσει τους
πυρσούς
Ξανά, και το κρασί στα ποτήρια μας
Είχε τη βαθειά λάμψη του φωτός τους
Κι έπεφτε στο πρόσωπό μας κατω από τη
βεράντα,
Όταν συμφωνήσαμε πως η χώρα μου είχε γίνει
Μια χώρα ψηλών τοίχων, έπεσε πάνω
Στο πρισματικό πρόσωπό σου και
κομματιάστηκε πάνω στο δικό μου,
Και το γυαλί του ποτηριού έτριξε στα χέρια
μου κι έσπασε.
Kετριόνα Ο' Ρέηλι
Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013
Today I am a new man /Σήμερα, είμαι καινούριος
TODAY, I AM A NEW MAN
Today, I am a new man,
a stranger in the town that bore me.
How simple it is to become a ghost -
just one word, one gesture, and we slip
through the fretwork of other peoples lives
as easily as water through a stone.
Gradually, my heart sheds its weight,
this once familiar rock has hatched a swallow.
Just for today, if I were to pass myself in the street,
I wouldnt even raise my hat, or say hello.
John Glenday
Σήμερα, είμαι καινούριος
Σήμερα, είμαι καινούργιος,
ένας ξένος μέσα στη πόλη που με κάνει να βαριέμαι.
Πόσο απλό είναι να γίνεις ένα φάντασμα-
μόνο μία λέξη, μία κίνηση, κι εμείς γλιστράμε
μέσα στους μενάνδρους της ζωής των άλλων
τόσο εύκολα όπως το νερό μέσα από μιά πέτρα.
Σταδιακά,η καρδιά μου αποβάλλει το βάρος της,
αυτός ο άλλοτε γνωστός βράχος έχει εκκολάψει ένα χελιδόνι.
Μόνο για σήμερα, αν ήταν να προσπεράσω τον εαυτό μου στο δρόμο,
δε θα σήκωνα ούτε το καπέλο μου ούτε θα έλεγα γειά.
Τζόν Γκλεντάι
Μεταφρ. Iris Verina
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




