Σκουλήκια είναι οι λέξεις μα η χαρά είναι φωνή/άλλος τραβάει για κάτω κι άλλος προς τα πάνω/τα στήθη θα παραμείνουν στήθη και οι μηροί μηροί/τα έργα δεν μπορούν να ονειρευτούν τι μπορούν τα όνειρα να κάνουν/- ο χρόνος είναι δέντρο ( ένα φύλλο αυτή η ζωή )/μα η αγάπη είναι ουρανός κι εγώ είμαι για σένα/για διάστημα μακρύ και ακριβώς τόσο πολύ.
E.E. Cummings, Καθώς η ελευθερία [Απόδοση Γ. Λειβαδάς]


Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Sorting Through / Ξεδιαλύνοντας


Sorting Through

The moment she died, my mother's dance dresses
turned from the colours they really were
to the colours I imagine them to be.
I can feel the weight of bumptoed silver shoes
swinging from their anklestraps as she swaggers
up the path towards her dad, light-headed
from airman's kisses. Here, at what I'll have to learn
To call my father's house, yes every
ragbag scrap of duster prints her even more vivid
than an Ilford snapshot on some seafront
in a white cardigan and that exact frock.
Old lipsticks. Liquid stockings.
Labels like Harella, Gor-ray, Berketex.
As I manhandle whole outfits into binbags for Oxfam
every mote in my eye is a utility mark
and this is useful:
the sadness of dispossessed dresses,
the decency of good coats roundshouldered
in the darkness of wardrobes,
the gravitas of labels,
the invisible danders of skin fizzing off from them
like all that life that will not neatly end.

                                          Liz Lochhead
Ξεδιαλύνοντας

Από την ώρα που πέθανε, τα φορέματα χορού της μητέρας μου
άλλαξαν απ' τα χρώματα που ήταν
στα χρώματα που εγώ φανταζόμουν να είναι.
Μπορώ να νιώσω το βάρος των σφιχτών ασημένιων παπουτσιών
να κρέμεται απ' τα κορδόνια καθώς εκείνη κορδώνεται
στο μονοπάτι προς τον πατέρα της, ελαφρόμυαλη
απ' τα φιλιά του αεροπόρου. Εδώ, σ'αυτό που πρέπει να μάθω
ν'αποκαλώ σπίτι του πατέρα μου, ναι κάθε ξεσκονόπανο την αποτυπώνει
ακόμα πιο έντονα από μια φωτογραφία της στιγμής στο Ίλφορντ μπροστά απο κάποια ακροθαλασσιά
με μια άσπρη πλεκτή ζακέτα και εκείνο ακριβώς το φόρεμα.
Παλιά κραγιόν. Υγρά καλσόν.
Μάρκες όπως Harella, Go-ray, Berketex.
Και όπως κακομεταχειρίζομαι τόσα ρούχα κάνοντάς τα σκουπίδια για το Οxfam,
κάθε μόριο του ματιού είναι ένα ωφέλιμο σημάδι
και αυτό είναι χρήσιμο:
η λύπη πεταμένων φορεμάτων
η κοσμιότητα καλών παλτών με βάτες
στο σκοτάδι της ντουλάπας,
η βαρύτητα των γιακάδων,
η αόρατη οργή της σάρκας που ξεθυμαίνει απ'αυτά
όπως όλη εκείνη η ζωή που δε θα τελειώσει απλά.

                                                           Λιζ Λόχεντ




Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

The Aunts / Oι θείες


The Aunts

I like it when they get together
and talk in voices that sound
like apple trees and grape vines,

and some of them wear hats
and go to Arizona in the winter,
and they all like to play cards.

They will always be the ones
who say 'It is time to go now,'
even as we linger at the door,

or stand by the waiting cars, they
remember someone—an uncle we
never knew—and sigh, all

of them together, like wind
in the oak trees behind the farm
where they grew up—a place

I remember—especially
the hen house and the soft
clucking that filled the sunlit yard.
Joyce Sutphen

from First Words  (Red Dragonfly, 2010)

Οι θείες

Μου αρέσει όταν μαζεύονται
και μιλάνε με φωνές που ακούγονται
σα μηλιές και κλήματα.

και μερικές απ' αυτές φοράνε καπέλα
και πάνε στην Αριζόνα το χειμώνα
και τους αρέσει να παίζουν χαρτιά.

Θα είναι πάντα εκείνες
που θα λένε 'Είναι ώρα να φύγουμε τώρα',
ακόμα κι αν εμείς χρονοτριβούμε στη πόρτα

ή στεκόμαστε στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, εκείνες
θα θυμηθούν --ένα θείο
που ποτέ δε ξέραμε-- και θα αρχίσουν να γνέφουν

όλες τους μαζί, σαν άνεμος
στις βελανιδιές πίσω απ' τη φάρμα
όπου μεγάλωσαν-- ένα μέρος που ακόμη

θυμάμαι-- ειδικά
το κοτέτσι και το απαλό
κακάρισμα που γέμιζε την ηλιόλουστη αυλή.
                                                                  Joyce Sutphen

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Parent's Pantoum / Το παντούμ των γονέων


Parent's Pantoum

  for Maxine Kumin

Where did these enormous children come from,
More ladylike than we have ever been?
Some of ours look older than we feel.
How did they appear in their long dresses

More ladylike than we have ever been?
But they moan about their aging more than we do,
In their fragile heels and long black dresses.
They say they admire our youthful spontaneity.

They moan about their aging more than we do,
A somber group--why don't they brighten up?
Though they say they admire our youthful spontaneity
They beg us to be dignified like them

As they ignore our pleas to brighten up.
Someday perhaps we'll capture their attention
Then we won't try to be dignified like them
Nor they to be so gently patronizing.

Someday perhaps we'll capture their attention.
Don't they know that we're supposed to be the stars?
Instead they are so gently patronizing.
It makes us feel like children--second-childish?

Perhaps we're too accustomed to be stars.
The famous flowers glowing in the garden,
So now we pout like children. Second-childish?
Quaint fragments of forgotten history?

Our daughters stroll together in the garden,
Chatting of news we've chosen to ignore,
Pausing to toss us morsels of their history,
Not questions to which only we know answers.

Eyes closed to news we've chosen to ignore,
We'd rather excavate old memories,
Disdaining age, ignoring pain, avoiding mirrors.
Why do they never listen to our stories?

Because they hate to excavate old memories
They don't believe our stories have an end.
They don't ask questions because they dread the answers.
They don't see that we've become their mirrors,

We offspring of our enormous children.

                                           Carolyn Kizer

Το παντούμ των γονέων

Από που ήρθαν αυτά τα θεόρατα παιδιά,
τα πιο θηλυπρεπή απ'όσο ήμασταν ποτέ;
Κάποιοι από μας φαινόμαστε πιο γερασμένοι απ'ότι νιώθουμε.
Πώς εμφανίστηκαν με τα μακριά φορέματά τους

πιο θηλυπρεπή απ'όσο ήμασταν ποτέ;
Αλλά αυτά ουρλιάζουν για τα γηρατειά πιο πολύ απ'ότι εμείς,
πάνω στα εύθραυστα τακούνια και τα μακριά μαύρα φορέματα.
Λένε θαυμάζουν την εφηβική παρόρμησή μας.

Αυτά ουρλιάζουν για τα γηρατειά πιο πολύ  απ'ότι εμείς,,
μιά σκοτεινή ομάδα- γιατί δεν φωτίζονται;
Αν και λένε ότι θαυμάζουν την εφηβική παρόρμησή μας,
μας ικετεύουν να είμαστε αξιοπρεπείς σαν αυτά

ενώ αγνοούν τις ικεσίες μας να φωτιστούν.
Κάποια μέρα ίσως τραβήξουμε τη προσοχή τους
και τότε δε θα προσπαθούμε να είμαστε αξιοπρεπείς σαν αυτά
ούτε εκείνα να βρίσκουν στήριξη.

Κάποια μέρα ίσως τραβήξουμε τη προσοχή τους
δεν ξέρουν ότι θα πρεπε να 'μαστε τα άστρα;
Αντι γι'αυτό υποστηρίζονται υπερβολικά καλά.
Μας κάνει να νιώθουμε σαν παιδιά- παλιπαιδισμός;

Ισως είμαστε υπερβολικά συνηθισμένοι να 'μαστε άστρα,
τα πασίγνωστα λουλούδια που λάμπουν στο κήπο,
έτσι τώρα στραβομουτσουνιάζουμε σα παιδιά. Παλιπαιδισμός;
Αλλόκοτα θρύψαλα ξεχασμένης ιστορίας;

Οι κόρες μας κάνουν περίπατο μαζί στο κήπο,
κουβεντιάζοντας τα νέα που εμείς επιλέξαμε να αγνοήσουμε,
σταματώντας για να μας πετάξουν άτσαλα κομματάκια από τη δική τους ιστορία,
χωρίς ερωτήσεις που μόνο εμείς ξέρουμε την απάντηση.

Τα μάτια κλειστά σε νέα που εμείς επιλέξαμε να αγνοούμε,
θα προτιμούσαμε να ανασκάπτουμε παλιές μνήμες,
περιφρονώντας την ηλικία, αγνοώντας τον πόνο, αποφεύγοντας τους καθρέπτες.
Γιατί ποτέ δεν ακούν τις δικές μας ιστορίες;

Επειδή μισούν να ανασκάπτουμε παλιές μνήμες,
δεν πιστεύουν ότι οι ιστορίες μας έχουν τέλος.
Δεν ρωτούν ερωτήσεις επειδή τρέμουν την απάντηση.
Δεν βλέπουν ότι έχουμε γίνει οι καθρέπτες τους,

εμείς τα βλαστάρια των θεόρατων παιδιών μας.
                                                                  Καρολάιν Κάιζα

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Electrical storm/ Ηλεκτρική καταιγίδα


Electrical storm
1
And like everything it began with the sea,
That week I spent rinsing myself clean of it,
Upheld by its salts, a tracery of venous weeds
Round my white ankles. There was nothing
Of you in the routes of the sky, those parts
Of the horizon I endured. When I arose

It was from a bed: the weight of the sea fell away.
On that night a storm split the sky in two.
Its tearing entered my dream, entered a room
In which we kissed though I did not know you.
The voice of the storm became your voice,
Its lightning, your eyes’ most delicate veins.

2

At daybreak 1the azure was vacant.
Only a morning mist still clung to the pines
And it seemed a day of no consequence
After a dream-time’s sturm und drang.
But by the evening they’d strung the torches
Out again, and the wine in our glasses

Held the deep glow of their light
And it fell on our faces below the porch,
When we agreed that my country had become
A country of high walls, it fell on your
Prismatic face and it scattered over mine,
And the glass shivered in my hands and broke.
                                                                Caitriona O'Reilly

Ηλεκτρική καταιγίδα

1.
Και όπως όλα, κι αυτό άρχισε με τη θάλασσα,
Εκείνη την εβδομάδα την πέρασα ξεπλένοντας τον εαυτό μου από αυτή,
Στηριζόμενος από τα αλάτια, ίχνη φλεβικών αγριόχορτων
Γύρω από τους άσπρους αστραγάλους μου.  Δεν υπήρχε τίποτα
Από σένα στις διαδρομές του ουρανού, σ’εκείνα τα κομμάτια
Του ορίζοντα που υπέμενα. Όταν σηκώθηκα

Ήταν από ένα κρεβάτι: το βάρος της θάλασσας παραμερίστηκε.
Εκείνη τη νύχτα μια καταιγίδα έσκισε τον ουρανό στα δύο.
Το σκίσιμο εισέβαλε στο όνειρό μου, εισέβαλε σ’ένα δωμάτιο
Στο οποίο φιλιόμασταν αν κ δε σε ήξερα.
Η φωνή της καταιγίδας έγινε δική σου φωνή,
Οι αστραπές της των ματιών σου οι πιο υπέροχες φλέβες.

2.

Στο φώς της μέρας το γαλάζιο ήταν άδειο.
Μόνο μία πρωινή ομίχλη ακόμα κρέμονταν από τα πεύκα
Κι έμοιαζε μια μέρα χωρίς μεγάλη σημασία
Μετά του ονείρου το sturm und drang.
Αλλά ως το βράδυ είχαν καθαρίσει τους πυρσούς
Ξανά, και το κρασί στα ποτήρια μας

Είχε τη βαθειά λάμψη του φωτός τους
Κι έπεφτε στο πρόσωπό μας κατω από τη βεράντα,
Όταν συμφωνήσαμε πως η χώρα μου είχε γίνει
Μια χώρα ψηλών τοίχων, έπεσε πάνω
Στο πρισματικό πρόσωπό σου και κομματιάστηκε πάνω στο δικό μου,
Και το γυαλί του ποτηριού έτριξε στα χέρια μου κι έσπασε.

                                                                                  Kετριόνα Ο' Ρέηλι 




Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Today I am a new man /Σήμερα, είμαι καινούριος



TODAY, I AM A NEW MAN


Today, I am a new man,
a stranger in the town that bore me.

How simple it is to become a ghost -
just one word, one gesture, and we slip

through the fretwork of other people’s lives
as easily as water through a stone.

Gradually, my heart sheds its weight,
this once familiar rock has hatched a swallow.

Just for today, if I were to pass myself in the street,
I wouldn’t even raise my hat, or say hello.
                                          John Glenday

Σήμερα, είμαι καινούριος

Σήμερα, είμαι καινούργιος,
ένας ξένος μέσα στη πόλη που με κάνει να βαριέμαι.

Πόσο απλό είναι να γίνεις ένα φάντασμα-
μόνο μία λέξη, μία κίνηση, κι εμείς γλιστράμε

μέσα στους μενάνδρους της ζωής των άλλων
τόσο εύκολα όπως το νερό μέσα από μιά πέτρα.

Σταδιακά,η καρδιά μου αποβάλλει το βάρος της,
αυτός ο άλλοτε γνωστός βράχος έχει εκκολάψει ένα χελιδόνι.

Μόνο για σήμερα, αν ήταν να προσπεράσω τον εαυτό μου στο δρόμο,
δε θα σήκωνα ούτε το καπέλο μου ούτε θα έλεγα γειά.
                                                              Τζόν Γκλεντάι
                                                        Μεταφρ. Iris Verina        






Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

Σεφέρης- αλληλογραφία προς την Μάρω

“πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω-γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου-δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..”

“ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Aυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει”

“μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί…Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.”

“αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.”

“Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει “Σταμάτησε. Σταμάτησε”. Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.
-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….”

“…Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.”

“Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου.
Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.”

“κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως , αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο”
όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπο του, πρέπει να βρεί τρόπο να μην ξυπνά ποτέ του…”

“…μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…”

“..είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις..”

“μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.”

“τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..”

“Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή-ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου-είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα”

“Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα-ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη-θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν…φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.”

“όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….”

“Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…”

“…Αν είχα χρήματα, λες.
Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα.
Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…”

“…Χτές πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα απο τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄είχε πάρει ο ύπνος.”

“…ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;”

“…σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…”

“Σε συλλογίζομαι.
Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις.
Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι.
Κάποτε βαριά….”

“αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία”

“και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν”

“όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;”

“αγάπη μου, θα με συγχωρήσεις γι’ αυτά, που είναι δύσκολο να ειπωθούν σε μια γυναίκα. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχει πεποίθηση στα συναισθήματά του όταν τα πνίγει η επιθυμία η σωματική, όπως συμβαίνει τώρα μ’ εμένα”

“πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω , δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;”

“θα ήθελα τρείς μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…”

“φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ..”

“ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…”

“δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα-κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα”
                                                                                    Γιώργος Σεφέρης


Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Metamorphosis/ Μεταμόρφωση


Metamorphosis

Since you died, I notice
the outside seeping in.
There is the smell of damp in my chair.
My skin hangs in loose bracelets of bark
and my fingers scratch against my face
like a branch walked into.
A numbness is spreading up my cold ankles
as my locked feet take root.
The hands on my watch stand
motionless as deer against trees,
pulling away with long slow strides
dragging the nights into silent days.
I call out, like a startled jay
clattering up the canopyloi
of leaves closing over me
as I search the woodland paths
for traces of you.

                                 -Caroline Smith-

    Μεταμόρφωση

Από τότε που πέθανες, παρατηρώ
ότι τα έξω μέσα σταλάζουν.
Mυρίζει υγρασία η καρέκλα μου.
To δέρμα μου κρέμεται σα χαλαρά βραχιόλια απο φλοιό δέντρου
και τα δάχτυλά μου γρατζουνίζουν το πρόσωπό μου
σαν ένα κλαδί που απλά μπλέχτηκε.
Ένα μούδιασμα απλώνεται ως τους κρύους αστραγάλους μου
καθώς τα κλειδωμένα πόδια μου βγάζουν ρίζες.
Tα χέρια στο ρολόι μου κάθονται
ακίνητα σαν ελάφια στα κλαδιά
φεύγοντας με μακρές αργές δρασκελιές
σέρνοντας τις νύχτες στις ήσυχες μέρες.
Φωνάζω, σα τρομαγμένη καρακάξα
χτυπώντας δυνατά κάτω τα πόδια μου μέσα στον σωρό
από φύλλα που με κυκλώνει
καθώς εξερευνώ τα μονοπάτια του δάσους
για ίχνη από σένα.

                                                   Καρολάιν Σμλιθ
                                                     Μτφ Iris Verina