Σκουλήκια είναι οι λέξεις μα η χαρά είναι φωνή/άλλος τραβάει για κάτω κι άλλος προς τα πάνω/τα στήθη θα παραμείνουν στήθη και οι μηροί μηροί/τα έργα δεν μπορούν να ονειρευτούν τι μπορούν τα όνειρα να κάνουν/- ο χρόνος είναι δέντρο ( ένα φύλλο αυτή η ζωή )/μα η αγάπη είναι ουρανός κι εγώ είμαι για σένα/για διάστημα μακρύ και ακριβώς τόσο πολύ.
E.E. Cummings, Καθώς η ελευθερία [Απόδοση Γ. Λειβαδάς]


Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

FOUR QUARTETS/ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ

[...]Where is the end of them, the fishermen sailing
into the wind's tail, where the fog cowers?
We cannot think of a time that is oceanless
or of an ocean not littered with wastage
or of a future that is not liable
like the past, to have no destination.
[...]
                                                                               T.S.ELIOT
[...]Που νάχουν τέλος οι ψαράδες που αρμενίζουν
στου ανέμου την ουρά, όπου κουρνιάζει η ομίχλη;
Χρόνο δε μπορούμε να σκαφτούμε δίχως νάχει ωκεανό
ή ωκεανό αμόλυντο απο απώλειες
ή κάποιο μέλλον που να μην έχει ευθύνη
σαν και το παρελθόν, στην απουσία προορισμού.
[...]
                                                                     T.Σ.ΕΛΙΟΤ

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

FOR ONE NIGHT ONLY/Για μια νύχτα μόνο


FOR ONE NIGHT ONLY

When they parted they shook hands –
More final than a kiss –
In the early hours of morning
In the middle of the street.

They’d met by chance, both of them blurred by drink,
The music loud and lecherous,
The night-time heavy with the promise of debauch,
Delightful, dangerous, disreputable, delicious.

He caught her eye. There was nothing to be said.
So nothing was said. They danced, then
Hand in hand they slipped out to the beach.
The night was long. They didn’t feel the cold.
The sea was blind and unconcerned,
No one came to interrupt the peace.

They lay on their clothes, sand in their hair,
Sand on their thighs and feet.
The stars ignored them. They in turn
Ignored the sea and stars. Time slowed
The tide turned. They stifled their cries,
Crammed into seven hours enough for seven years.

He was leaving. She, too, was on her way.
They parted very early in the morning, shaking hands –
More final than a kiss – in the early hours of morning
In the middle of the street.

Louis de Bernières

Για μια νύχτα μόνο

Όταν αποχωρίστηκαν έδωσαν τα χέρια--
πιο τελεσίδικο απ' ένα φιλί--
τις πρώτες πρωινές ώρες
στη μέση του δρόμου.

Γνωρίστηκαν τυχαία, και οι δύο θολωμένοι από ποτό
η μουσική εκκωφαντική και λάγνα
η βραδιά βαριά με την υπόσχεση της ακολασίας
ξέφρενη, επικίνδυνη, ανυπόληπτη, πιπεράτη.

Της τράβηξε τη προσοχή. Δεν είχαν τίποτα να πουν.
Έτσι δεν είπαν τίποτα. Χόρεψαν κι έπειτα
χέρι-χέρι ξεγλίστρησαν στη παραλία.
Η νύχτα ήταν μακρά. Δεν ένιωθαν το κρύο.
Η θάλασσα ήταν τυφλή κι αδιάφορη.
Κανείς δεν ήρθε να ταράξει την ηρεμία.

Ξάπλωσαν στα ρούχα τους, άμμος στα μαλλιά τους,
Άμμος στους μηρούς και τα πόδια.
Τα αστέρια τους αγνοούσαν. Κι εκείνοι με τη σειρά τους
αγνοούσαν τη θάλασσα και τ' αστέρια. Ο χρόνος βράδυνε.
Η παλίρροια άλλαξε πορεία. Έπνιξαν τα κλάμματά τους
στριμώχνοντας επτά χρόνια σε επτά ώρες.

Εκείνος έφευγε. Εκείνη επίσης ήταν στο δρόμο.
Αποχωρίστηκαν πολύ νωρίς το πρωί δίνοντας τα χέρια--
πιο τελεσίδικο απ' ένα φιλί--τις πρώτες πρωινές ώρες
στη μέση του δρόμου.

Louis de Bernières

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Η Συναυλία των Γυακίνθων ΙΧ

"Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο από εκείνο που βρήκα και μιμήθηκα σε Σένα"
                                                                                                Οδ.Ελύτης

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Sorting Through / Ξεδιαλύνοντας


Sorting Through

The moment she died, my mother's dance dresses
turned from the colours they really were
to the colours I imagine them to be.
I can feel the weight of bumptoed silver shoes
swinging from their anklestraps as she swaggers
up the path towards her dad, light-headed
from airman's kisses. Here, at what I'll have to learn
To call my father's house, yes every
ragbag scrap of duster prints her even more vivid
than an Ilford snapshot on some seafront
in a white cardigan and that exact frock.
Old lipsticks. Liquid stockings.
Labels like Harella, Gor-ray, Berketex.
As I manhandle whole outfits into binbags for Oxfam
every mote in my eye is a utility mark
and this is useful:
the sadness of dispossessed dresses,
the decency of good coats roundshouldered
in the darkness of wardrobes,
the gravitas of labels,
the invisible danders of skin fizzing off from them
like all that life that will not neatly end.

                                          Liz Lochhead
Ξεδιαλύνοντας

Από την ώρα που πέθανε, τα φορέματα χορού της μητέρας μου
άλλαξαν απ' τα χρώματα που ήταν
στα χρώματα που εγώ φανταζόμουν να είναι.
Μπορώ να νιώσω το βάρος των σφιχτών ασημένιων παπουτσιών
να κρέμεται απ' τα κορδόνια καθώς εκείνη κορδώνεται
στο μονοπάτι προς τον πατέρα της, ελαφρόμυαλη
απ' τα φιλιά του αεροπόρου. Εδώ, σ'αυτό που πρέπει να μάθω
ν'αποκαλώ σπίτι του πατέρα μου, ναι κάθε ξεσκονόπανο την αποτυπώνει
ακόμα πιο έντονα από μια φωτογραφία της στιγμής στο Ίλφορντ μπροστά απο κάποια ακροθαλασσιά
με μια άσπρη πλεκτή ζακέτα και εκείνο ακριβώς το φόρεμα.
Παλιά κραγιόν. Υγρά καλσόν.
Μάρκες όπως Harella, Go-ray, Berketex.
Και όπως κακομεταχειρίζομαι τόσα ρούχα κάνοντάς τα σκουπίδια για το Οxfam,
κάθε μόριο του ματιού είναι ένα ωφέλιμο σημάδι
και αυτό είναι χρήσιμο:
η λύπη πεταμένων φορεμάτων
η κοσμιότητα καλών παλτών με βάτες
στο σκοτάδι της ντουλάπας,
η βαρύτητα των γιακάδων,
η αόρατη οργή της σάρκας που ξεθυμαίνει απ'αυτά
όπως όλη εκείνη η ζωή που δε θα τελειώσει απλά.

                                                           Λιζ Λόχεντ




Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

The Aunts / Oι θείες


The Aunts

I like it when they get together
and talk in voices that sound
like apple trees and grape vines,

and some of them wear hats
and go to Arizona in the winter,
and they all like to play cards.

They will always be the ones
who say 'It is time to go now,'
even as we linger at the door,

or stand by the waiting cars, they
remember someone—an uncle we
never knew—and sigh, all

of them together, like wind
in the oak trees behind the farm
where they grew up—a place

I remember—especially
the hen house and the soft
clucking that filled the sunlit yard.
Joyce Sutphen

from First Words  (Red Dragonfly, 2010)

Οι θείες

Μου αρέσει όταν μαζεύονται
και μιλάνε με φωνές που ακούγονται
σα μηλιές και κλήματα.

και μερικές απ' αυτές φοράνε καπέλα
και πάνε στην Αριζόνα το χειμώνα
και τους αρέσει να παίζουν χαρτιά.

Θα είναι πάντα εκείνες
που θα λένε 'Είναι ώρα να φύγουμε τώρα',
ακόμα κι αν εμείς χρονοτριβούμε στη πόρτα

ή στεκόμαστε στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, εκείνες
θα θυμηθούν --ένα θείο
που ποτέ δε ξέραμε-- και θα αρχίσουν να γνέφουν

όλες τους μαζί, σαν άνεμος
στις βελανιδιές πίσω απ' τη φάρμα
όπου μεγάλωσαν-- ένα μέρος που ακόμη

θυμάμαι-- ειδικά
το κοτέτσι και το απαλό
κακάρισμα που γέμιζε την ηλιόλουστη αυλή.
                                                                  Joyce Sutphen